ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ




Το μέλλον των ευρωπαϊκών γλωσσών

Claude Hagége, Η πνοή της γλώσσας

 

Η μετάφρασή στα ελληνικά του βιβλίου του Γάλλου γλωσσολόγου Claude Hagége Le souffle de la langue ένα μόλις χρόνο μετά την έκδοσή του στη Γαλλία αποτελεί σίγουρα μια ευχάριστη έκπληξη. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας προλογίζει την ελληνική έκδοση, η ικανοποιητική μετάφραση και η προσεκτική επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια του τόμου αντισταθμίζουν τη μόνη σοβαρή παράλειψη αυτής της εκδοτικής προσπάθειας, δηλαδή τους τέσσερις γλωσσογεωγραφικούς χάρτες που περιέχει η γαλλική έκδοση, αλλά όχι η ελληνική, και χωρίς τους οποίους ο Έλληνας αναγνώστης κινδυνεύει να μείνει αβοήθητος στην προσπάθειά του να σχηματίσει ακριβή εικόνα της εξάπλωσης και αλληλοδιείσδυσης των ευρωπαϊκών γλωσσών.

Το βιβλίου του Γάλλου καθηγητή στο Collége de France αποτελεί ένα εμπνευσμένο σχόλιο στη γλωσσογεωγραφία της Ευρώπης. Εξετάζοντας την πρόσφατη ιστορία των ευρωπαϊκών γλωσσών, ο συγγραφέας θέτει ερωτήματα σχετικά με το μέλλον τους και την κοινή τους πορεία. Ποιές γλώσσες πληρούν τις προϋποθέσεις για ευρεία διάδοση έξω από την αρχική τους κοιτίδα;  Ποιές μπορεί να είναι οι συνέπειες αυτής της διεθνοποίησης για τις «μικρές» γλώσσες, όπως τα ελληνικά; Πώς θα επιδράσουν στην εξέλιξη των γλωσσών οι αντίρροπες τάσεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης, από τη μια, και της ανάπτυξης των εθνικισμών, από την άλλη; Ποιες είναι οι δυνατότητες κρατικής παρέμβασης στα πεπρωμένα των γλωσσών, αν μια τέτοια παρέμβαση θεωρηθεί δικαιολογημένη;

Πρόκειται για ερωτήματα επίκαιρα που ωθούν στα όριά της τη γλωσσολογική (ιστορική και γεωγραφική) ανάλυση: διότι την προϋποθέτουν  και την ίδια στιγμή την ξεπερνούν. Ερωτήματα όπως αυτά σημαίνουν ότι η αντιμετώπιση των γλωσσικών εξελίξεων δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιγραφική· περιέχει κατ’ ανάγκην ένα στοιχείο ιδεολογικό που το ανακαλύπτουμε στην ανησυχία για το κοινό μέλλον των πολιτιστικών παραδόσεων που σχετίζονται με την χρήση της μιας ή της άλλης γλώσσας και στις δυνατότητες επαφής που επιτρέπει ή περιορίζει η γλωσσική συνύπαρξη. Η ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα παρουσιάζεται ξεκάθαρα από μιας αρχής: «Αυτό που αποτελεί την ιδιομορφία της Ευρώπης είναι η απέραντη ποικιλία των γλωσσών και των πολιτισμών που αυτές αντικατοπτρίζουν. Η κυριαρχία μιας μόνο γλώσσας, όπως η αγγλική, δεν ανταποκρίνεται στο πεπρωμένο αυτό. Σ’ αυτό ανταποκρίνεται μόνο το συνεχές άνοιγμα στην πολλαπλότητα. Ο Ευρωπαίος ζει μέσα στην πολυγλωσσία. Οφείλει να αναθρέψει τους γιούς και τις θυγατέρες του μέσα στην ποικιλία των γλωσσών και όχι μέσα στην μοναδικότητα. Για την Ευρώπη αυτό είναι συγχρόνως το κάλεσμα του παρελθόντος και το κάλεσμα του μέλλοντος».

Η Πνοή της γλώσσας χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο και εκτενέστερο εξετάζονται οι γλώσσες που, μετά την υποκατάσταση της λατινικής από τα προφορικά ιδιώματα, κλήθηκαν να παίξουν το ρόλο του στυλοβάτη του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η διάδοση της  αγγλικής, τα πολιτικά και πολιτιστικά ρεύματα που βρήκαν έκφραση στη γερμανική και η άνθηση της γαλλικής ως «γλώσσα του πολιτισμού» εξετάζονται σε ξεχωριστά κεφάλαια. Ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον «συνενωτικό» χαρακτήρα αυτών των γλωσσών και στις ιστορικές συνθήκες που διαμόρφωσαν την ιδεολογική φυσιογνωμία τους, εννοώντας με τον όρο αυτό εκείνες τις νοοτροπίες που κρίνουν, λ.χ., τη γαλλική ως γλώσσα περισσότερο «κομψή» από τα αρμένικα ή περισσότερο «κατάλληλη» για τη διπλωματία κ.ο.κ.—από αυστηρά γλωσσολογική άποψη καμία γλώσσα δεν υπερτερεί σε τέτοιου είδους ιδεολογικές διαβαθμίσεις. (Της ιδεολογίας αυτής που σχετίζεται με τη χρήση ευρέως διαδεδομένων γλωσσών κάποιες στιγμές φαίνεται δέσμιος και ο ίδιος ο συγγραφέας. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς το ανακόλουθο που προκύπτει από το σύνδρομο ορισμένων απόψεών του για την γαλλική, ότι δηλαδή από τη μια θεωρεί προσόν της γλώσσας τη «σχετική μετριοπάθεια των απαιτήσεων των καθαρολόγων» ενώ, από την άλλη, κρίνει απαραίτητη την υψηλή»προστασία» της σε όλη την Ευρώπη; Και γιατί θα πρέπει να προστατευθούν από την ραγδαία εξάπλωση της αγγλικής οι άλλες γλώσσες, ενώ μια «εκ νέου ευρωπαϊκή επικέντρωση» με βάση την γαλλική γλώσσα θα ήταν «απόλυτα επωφελής για την ήπειρο;»).

Στο δεύτερο μέρος γίνεται μια προσπάθεια οροθέτησης της γλωσσογεωγραφίας της Ευρώπης και συζητιούνται οι γλωσσικές προσμείξεις και ποικιλίες σε «γειτονιές» όπως αυτή των σκανδιναβικών γλωσσών και των Βαλκανίων. Παρουσιάζονται εδώ δύο καίριες διαπιστώσεις σχετικά με την ανάπτυξη των γλωσσών στον ευρωπαϊκό χώρο. Την πρώτη και γενικότερη διαπίστωση του συγγραφέα ότι η Ευρώπη «είναι η ήπειρος όπου πραγματοποιήθηκε εντονότερα ο περιορισμός και συχνά η εκκαθάριση των ενίοτε σπουδαίων διαλεκτικών ποικιλιών», ο Έλληνας αναγνώστης καλείται να την εξειδικεύσει απροκατάληπτα στον ελληνικό χώρο, όπου η οικονομική υποβάθμιση και ο μαρασμός της περιφέρειας συνετέλεσαν στην εξαφάνιση σπουδαίων και αχαρτογράφητων διαλέκτων (πορεία που δεν φαίνεται να μπορεί να αντιστραφεί πια).

Η δεύτερη διαπίστωση, ως ένα βαθμό συμπληρωματική της πρώτης, αφορά ένα πολιτιστικό φαινόμενο που ο συγγραφέας ονομάζει le grand décalque (κάπως άχρωμα μεταφρασμένο ως «μεγάλη αποτύπωση»). Πρόκειται για μια ευρέως διαδεδομένη «ξεπατικωσούρα», θα λέγαμε, δηλαδή για το γεγονός ότι πολλές γλώσσες αντιγράφουν ολόκληρα τμήματα του λεξιλογίου (ιδιαίτερα του τεχνικού και επιστημονικού) αλλά και της δομής των περισσότερο διαδεδομένων γλωσσών. Και αυτό το φαινόμενο έχει πολλές φορές  επισημανθεί σαν μια από τις σοβαρότερες «απειλές» για την ελληνική. Ίσως σοβαρότερη απειλή είναι ότι η εξέλιξη αυτή συμπορεύεται με την εξάπλωση ενός «μαζικού» πολιτισμού.

Το τρίτο μέρος του βιβλίου εξετάζει τις σχέσεις γλώσσας και έθνους  και ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις γλωσσικού εθνικισμού. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα αναγνώστη έχει το έβδομο κεφάλαιο όπου συζητείται το φαινόμενο της διμορφίας καθαρεύουσας-δημοτικής σας ένα δείγμα προώθησης, με στόχο την εθνική αυτοβεβαίωση, της μιας ποικιλίας (αυτής που θεωρείται ότι έχει μεγαλύτερη υφολογική και ιστορική βαρύτητα) εις βάρος της άλλης. Παράλληλα εξετάζεται η περίπτωση της «μακεδονικής»(δηλαδή της γλώσσας της γειτονικής Δημοκρατίας των Σκοπίων)· η αμφισβήτηση ακόμα και του ονόματος αυτής της γλώσσας στην Ελλάδα κατατίθεται ως δείγμα σύγκρουσης των εθνικισμών μέσω της γλώσσας. (Μια ένδειξη της έντασης που δημιουργεί αυτή η σύγκρουση είναι και η υποσημείωση της μεταφράστριας στη σελ. 179, που μας πληροφορεί ότι ο συγγραφέας «αγνοεί την ελληνική βιβλιογραφία» και «ονομάζει μακεδονική την τεχνητή γλώσσα των Σκοπιανών που στην πραγματικότητα είναι ένα ιδίωμα». Μπορεί κανείς να διαφωνεί για το όνομα, αλλά δεν βλέπω πως μπορεί να χαρακτηρίσει τεχνητή μια γλώσσα που μιλιέται από έναν ολόκληρο πληθυσμό, όποια και αν είναι η έκταση του δανεισμού της από τη βουλγάρικη, τη σερβοκροατική ή την ελληνική, όποια και αν είναι η παρέμβαση των καθαρολόγων και των «σχεδιαστών» που προφανώς επιζητούν μια ποικιλία πρόσφορη για τις ανάγκες της δημόσιας διοίκησης στο πλαίσιο ενός νεοσύστατου κράτους. Ως ένα βαθμό αυτό δεν συνέβη και με την καθαρεύουσα στην Ελλάδα;)

Το βιβλίο του C. Hagége επεξεργάζεται και παρουσιάζει σε ελεύθερη γλώσσα, προσιτή στον μη ειδικό αναγνώστη, έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών για τη γλωσσική σύνθεση της Ευρώπης. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο αντλεί από το μνημειώδες La reforme des langues: Histoire et avenir, 5 τόμοι, 1983-1990, που εκδόθηκε με επιμέλεια των C. Hagége και I. Fodor. Ως προς τη μορφή και τις επιδιώξεις, θα μπορούσε να συγκριθεί με το κλασικό έργο του Γάλλου γλωσσολόγου A Meiller, Les langues dans l’ Europe nouvelle, 1928 (α΄ έκδοση 1918), με το οποίο ο C. Hagége πολύ συχνά ανοίγει διάλογο. Σε ένα βιβλίο τέτοιας πνοής θα υπάρχουν βέβαια σημεία που μπορεί να προκαλέσουν τις αντιρρήσεις των ειδικών. Αυτό δεν έχει τόση σημασία. Σημασία έχει να διδαχθούμε αυτά που το βιβλίο επιχειρεί να διδάξει (ακόμη και ενάντια σε επιμέρους πεποιθήσεις του ιδίου του συγγραφέα, που, όπως είδαμε, έχουν σχέση με την ιδιαίτερη μέριμνα που επιδεικνύει για την γαλλική): ότι δηλαδή η επιδίωξη ενός πανευρωπαϊκού προορισμού πρέπει να συμβαδίζει με την πολυγλωσσία, το σεβασμό στην ποικιλία και τις γλωσσικές μειονότητες.

 

—Σπύρος Μοσχονάς,
Η Καθημερινή, 10 Μαΐου 1994

 
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ
cart
Το Καλάθι σας είναι άδειο.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ