ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ




Από τις βεβαιότητες στις δυνατότητες

Ilya Prigogine,Το τέλος της βεβαιότητας

 

Πολύ προσφυώς είχε γραφεί πρόσφατα σε αυτό το ένθετο (στο δισέλιδο «Βιβλιοπωλείο») ότι η Θεωρία του Χάους «θεωρείται κάτι σαν πασπαρτού», το οποίο χρησιμοποιείται σε κάθε έκφανση του κοινωνικού και επιστημονικού βίου (κοινωνία, πολιτική, βιολογία…). Όντως, η προσέγγιση σε μια εντελώς καινούργια επιστήμη, της οποίας θεμελιωτής θεωρείται ο Ilya Prigogine, δεν απέφυγε τον κίνδυνο των υπεραπλουστεύσεων της αγοράς. Έτσι, μια σημαντική κατάκτηση του σύγχρονου επιστημονικού πνεύματος παρέμεινε έκθετη στον κίνδυνο να καταστεί πολυχρησιμοποιημένο νόμισμα. Είναι γνωστή (σχεδόν ανέκδοτο) η «πεταλούδα που πετάει στην Κίνα και προκαλεί τυφώνες στην Αμερική» κ.λπ.. Ίσως διαβλέποντας αυτόν τον κίνδυνο, ο συγγραφέας (κάτοχος του Νόμπελ Χημείας 1997) αποφάσισε να απευθυνθεί στο ευρύτερο κοινό, χωρίς να κάμει έκπτωση στην επιστημονική ακρίβεια. Αποτελεί τούτο συνήθεια των σκαπανέων της φυσικής επιστήμης —από τον Albert Einstein έως τον Stephen Hawking: Μια έκθεση των απόψεών τους και των επιτευγμάτων τους, η οποία να υπερβαίνει κατά τι το επίπεδο της εκλαΐκευσης.

Το βιβλίο αυτό του Prigogine υπερβαίνει το επίπεδο αυτό από τα παρόμοιά του. Δεν είναι απρόσιτο στο μορφωμένο αναγνώστη —αρκεί αυτός να έχει μια παιδεία σε στοιχειώδη ανώτερα μαθηματικά και να μην του είναι άγνωστες έννοιες όπως της «παραγώγου» ή της «μετρικής» ενός μη ευκλείδειου χώρου. Αλλά, ακόμη και αν δεν του είναι οικείες οι έννοιες και αναγκαστεί να προσπεράσει μερικές δεκάδες σελίδες, πάλι δεν θα χάσει το μήνυμα που κομίζει ένας αληθινός σκαπανέας της σύγχρονης επιστήμης. Θα τον βοηθήσει σε τούτο η άψογη έκδοση, η μετάφραση σε έξοχα ελληνικά και τα κατατοπιστικά σχόλια του επιστημονικού επιμελητή (και συνεργάτη του συγγραφέα) Ι. Αντωνίου, αναπληρωτή διευθυντή (υπό τον Prigogine) των Διεθνών Ινστιτούτων Solvay των Βρυξελλών.

Για να το πούμε επιγραμματικά και αποδίδοντας την ουσία του βιβλίου: Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανοίξει μια δίοδο σε δύο θέσεις. Αφ’ ενός, την άποψη για το καθαρώς τυχαίο των φαινομένων και αφ’ ετέρου τη θέση του ντετερμινισμού. Δηλαδή, να βρει μια μέση οδό ανάμεσα στην αντίληψη ενός ντετερμινιστικού κόσμου που διέπεται από νόμους που δεν αφήνουν καμία θέση για την πιθανότητα και τη δυνατότητα, και από την άλλη, ενός κόσμου ο οποίος κυβερνάται από έναν θεό που παίζει ζάρια, έναν κόσμο χωρίς νόημα, όπου τίποτε δεν μπορεί να αξιολογηθεί ούτε να προβλεφθεί ούτε να περιγραφεί με γενικούς όρους. Και οι δύο αυτοί κόσμοι είναι για το συγγραφέα «αλλοτριωτικοί». Το δε βιβλίο του «αποτελεί μέση οδό μεταξύ δύο αλλοτριωτικών παραστάσεων. Ενός ντετερμινιστικού κόσμου χωρίς καινοτομία κι ενός κόσμου αυθαίρετου, που είναι έρμαιο της τύχης». Μια δίοδο «ανάμεσα στους τυφλούς νόμους και τα αυθαίρετα γεγονότα» (σ. 211).

Με τα παραπάνω ο συγγραφέας υποστηρίζει την «αβεβαιότητα». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι επιχειρεί μια υπέρβαση από την αιτιοκρατία προς έναν πιθανολογικό τρόπο σκέψης, που επιτρέπει την αξιολόγηση της αβεβαιότητας με πιθανότητες. Αυτή είναι η καρδιά της νέας επιστήμης, που δημιουργήθηκε από τον Prigogine και τους συνεργάτες του κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το όνομα αυτής της επιστήμης: «Φυσική των διαδικασιών μακράν της ισορροπίας». Ουσιώδης σκοπός της, «να αναθεωρήσει την έννοια του χρόνου, όπως αυτή έχει διατυπωθεί από την εποχή του Γαλιλαίου» (σ. 17).

Εκείνο που με έμφαση θέλω να επισημάνω είναι ότι ο σκοπός του συγγραφέα είναι να συμβάλει στη φιλοσοφική σκέψη —έστω και αν (ή, ίσως: ακριβώς διότι) εκκινεί από σκέψη επιστημονική. Άλλωστε και οι Προσωκρατικοί «φυσιολόγοι» έτσι δεν ξεκίνησαν και ως τέτοιους δεν τους σχολίασε διά μακρών ο Αριστοτέλης; Ο Prigogine δεν κρύβει τη φιλοδοξία του —μια φιλοδοξία που ήλθε σε μεγάλους επιστήμονες ύστερα από Νόμπελ: «Το όραμα της νεότητάς μου ήταν να συνεισφέρω στην ενοποίηση της επιστήμης με τη φιλοσοφία, επιλύοντας το αίνιγμα του χρόνου (σ. 85). «Το παράδοξο του χρόνου βρίσκεται στο επίκεντρο του ανά χείρας βιβλίου» (σ. 16).

Ο συγγραφέας υποστηρίζει τη μονότονη φορά του «βέλους του Χρόνου» πάντοτε προς τα εμπρός. Έτσι, αντιτίθεται στον αχρονικό και «ουσιοκρατικό» (άρα, αν-ιστορικό) χαρακτήρα των προτάσεων όχι μόνο του Νεύτωνα, αλλά και του Einstein. Θεωρεί, και δικαίως, ότι η μελέτη των «μη αναστρέψιμων» διαδικασιών στη φύση (τις οποίες αποδεικνύει και πειραματικά), ακόμη και καταστάσεων «χάους», δεν συνδέεται αναγκαίως με καταστάσεις «αταξίας», αλλά είναι δυνατόν η μη αναστρεψιμότητα να οδηγεί σε μεγαλύτερη τάξη. Συμπέρασμα εκπληκτικό και πάντως αδιανόητο για τους μεγαλύτερους φυσικούς του 20ού αιώνα. Η διατύπωση αυτή αίρει τη συμμετρία ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Αντίθετα, η παραδοσιακή φυσική, συμπεριλαμβανομένης της κβαντικής μηχανικής και της σχετικότητας, δεν διακρίνει το παρόν από το μέλλον και συνδέει την πλήρη γνώση με τη βεβαιότητα: εάν γνωρίζουμε τις αρχικές συνθήκες, τότε μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον και να ανασυνθέσουμε το παρελθόν. Μόλις όμως ενσωματωθεί η αστάθεια, οι νόμοι της φύσης αποκτούν νέο νόημα: εκφράζουν πλέον τις «δυνατότητες». Οι θεμελιώδεις νόμοι της κλασικής και της κβαντικής φυσικής εκφράζουν πλέον δυνατότητες και όχι βεβαιότητα.

Μέσω της μελέτης φυσικών «καταστάσεων μακράν της ισορροπίας» ο Prigogine διαμορφώνει τη δική του αντίληψη περί Χρόνου.

Θα ερωτήσει κάποιος: Και τι μας ενδιαφέρει τι «τι» είναι ο Χρόνος; Και τι έχει να κάνει η ζωή μας με το τι νομίζουμε για το Χρόνο;

Παρ’ ότι η απάντηση είναι διάχυτη εδώ, ίσως ο αναγνώστης δεν θα τη βρει συμπυκνωμένη στο συγκεκριμένο έργο του Prigogine. Γενικότερα, θα πω ότι, αν και ο Χρόνος αποτελεί πρόβλημα εν ταυτώ της Φυσικής, της Φιλοσοφίας και της Θεολογίας, εδώ κυριαρχεί η έμφαση στην επιστημονική (φυσική) αντίληψή του σε σχέση με κάποιες κοινωνικές προεκτάσεις της. «Πώς να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να εφαρμόσει τις συγκεκριμένες έννοιες σε προβλήματα που σχετίζονται με τη βιολογία, την κοινωνιολογία ή την οικονομία;» διερωτάται ρητορικά ο συγγραφέας (σ. 83).

Η σπουδαιότητα λοιπόν του ζητήματος έγκειται στο ότι η περί Χρόνου αντίληψη ευρίσκεται στην καρδιά των ιδεών ενός φιλοσόφου και είναι άρρηκτα συνυφασμένη με αυτές. Έτσι, η στάση απέναντι στο Χρόνο καθορίζει όλο το φιλοσοφικό προσανατολισμό. Η σχέση είναι διαλεκτική: Η γενική φιλοσοφική και θεολογική τοποθέτηση καθορίζει μια περί Χρόνου αντίληψη. Και αντιστρόφως, η στάση απέναντι στο Χρόνο είναι αλάνθαστα ενδεικτική των καίριων φιλοσοφικών παραδοχών: Πώς πρέπει να ζούμε, ποιο είναι το νόημα της ατομικής ύπαρξης, πώς θεωρείται ο θάνατος, τι θα συνιστούσε μια ενδεχόμενη «ελπίδα», πώς νοείται ο Θεός —αν υπάρχει θέση για μια τέτοια έννοια σε μια φιλοσοφία. Επίσης, η περί κόσμου αντίληψη, το νόημα και η κατεύθυνσή του και το «τέλος» (φυσικό και μεταφυσικό) προς το οποίο κατευθύνεται, καθώς και το αν ο κόσμος εδημιουργήθη ή όχι. Όλα αυτά είναι αντιλήψεις που έχουν στη βάση τους μια ορισμένη περί Χρόνου έννοια. Η οποία καθορίζει τη γενική περί πραγματικότητας θεωρία, τις προσδοκίες και γενικότερα όλη τη θεώρηση της ιστορικής ζωής και των ενδεχόμενων προοπτικών της.

Έχουμε, λοιπόν, εδώ σκοπιμότητα αυτόχρημα φιλοσοφική, όχι απλώς παράθεση μιας φυσικής θεωρίας. Οι συνέπειες αυτού του πλαισίου σκέψης πηγαίνουν πολύ μακριά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αξίζει η εξοικείωση με την κοπιώδη πορεία και τα εντυπωσιακά συμπεράσματα του συγγραφέα. Διότι προσανατολίζουν το στοχασμό προς μια πορεία που μόλις τώρα αρχίζει.

 

—Παναγιώτης Τζαμαλίκος,
Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 2002

 
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ
cart
Το Καλάθι σας είναι άδειο.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ