ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ




Διάλογος στο «Βήμα της Κυριακής»

Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη

 

Ο Θεός και η αδύνατη εξίσωση
—Ν. Μουζέλης, 24 Ιουνίου 2007, Βήμα της Κυριακής

Στο Βήμα της Κυριακής (17-06-07) διάβασα την προδημοσίευση του βιβλίου του γνωστού εξελικτικού βιολόγου Richard Dawkins, The God Illusion. (Θα βγει σύντομα στα ελληνικά από το Κάτοπτρο). Δεν έχω διαβάσει την αγγλική έκδοση. Παρ’ όλα αυτά νομίζω πως είναι χρήσιμο για τον αναγνώστη, με βάση τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται στην προδημοσίευση, να προσπαθήσει κανείς να ασκήσει μια προκαταρκτική κριτική του «ανθρωπιστικού αθεϊσμού» που ο διάσημος βιολόγος υποστηρίζει. Η θέση που θα αναπτύξω εδώ είναι ότι τα επιχειρήματα του Richard Dawkins (R.D.) δεν βοηθούν τον κριτικό αναγνώστη ούτε στο να απορρίψει ούτε στο να δεχθεί την ύπαρξη Θεού. Δεν είμαι σίγουρος πως υπάρχει ικανοποιητική «απόδειξη», αρνητική ή θετική, σ’ αυτό το πρόβλημα. Αν όμως υπάρχει, αυτή δεν μπορεί να βρεθεί με τον τύπο της αφελούς κριτικής ανάλυσης που ο R.D. μας προσφέρει.

Τα όρια της λογικής ανάλυσης
Το βιβλίο του R.D. έρχεται να προστεθεί στον μεγάλο αριθμό πονημάτων που προσπαθούν με λογικά επιχειρήματα να αποδείξουν είτε την ύπαρξη είτε την ανυπαρξία του θείου. Από τον Αυγουστίνο και τον Ακινάτη (στο στρατόπεδο των πιστών) ως τον Diderot και τον Helvetius (στο αθεϊστικό στρατόπεδο) οι βιβλιοθήκες είναι γεμάτες από έργα συγγραφέων που προσπαθούν με βάση λογικές κατηγορίες και ορθολογικές αναλύσεις να αποδείξουν την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Από αυτή την άποψη ο ανθρωπιστικός αθεϊσμός του R.D. δεν προσθέτει τίποτε στα ήδη υπάρχοντα επιχειρήματα. Για να το πω πιο απλά, ο συγγραφέας παραβιάζει ήδη ανοιχτές θύρες. Θα δώσω μερικά παραδείγματα που συγκεκριμενοποιούν κάπως τη θέση μου.

Τα αποτελέσματα της θρησκείας
Ο συγγραφέας του Η περί Θεού Αυταπάτη μας λέει πως «μπορεί η πίστη να είναι πανταχού παρούσα, αλλά αυτό δεν αυξάνει καθόλου την αλήθεια των ισχυρισμών της θρησκείας, το γεγονός ότι η θρησκεία είναι πανταχού παρούσα σημαίνει πιθανόν ότι έχει λειτουργήσει προς κάποιο όφελος, αλλά ενδέχεται να μην αφορά εμάς ή τα γονίδιά μας» (σελ. Α57). Είναι βέβαια απόλυτα σωστό ότι η καθολικότητα των θρησκευτικών θεσμών καθώς και η χρησιμότητά τους δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη του Θεού. Στην επόμενη σελίδα όμως ο R.D. προσπαθεί να αποδείξει τη μη ύπαρξη του Θεού αναφερόμενος στα αρνητικά αποτελέσματα της θρησκείας. Αναφέρεται στις θρησκευτικές βαρβαρότητες, στους βασανισμούς, στους θρησκευτικούς πολέμους (σελ. Α58) ως απόδειξη της μη ύπαρξης του θείου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η θρησκεία μπορεί να οδηγήσει και σε βαρβαρότητα/δογματισμό και σε πολιτισμό/«αγιοσύνη». Αλλά αν, όπως υποστηρίζει ο R.D., η καθολικότητα και το καλό που δημιουργεί η θρησκεία δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη του Θεού, τότε ούτε το κακό που κάνει αποδεικνύει τη μη ύπαρξή του.

Οικονομικός ωφελιμισμός
Κατά τον R.D. «η θρησκεία καταβροχθίζει και πόρους, μερικές φορές σε τεράστια κλίμακα: ένας μεσαιωνικός καθεδρικός ναός μπορούσε να απαιτήσει 100 εργατοαιώνες για την κατασκευή του, ωστόσο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ ως κατοικία ή για κάποιον πραγματικά χρήσιμο σκοπό (σελ. Α58). Εδώ βλέπουμε την επιρροή του Bentham, καθώς και του σημερινού φονταμενταλισμού της αγοράς στην πιο χυδαία εκδοχή του. Η ιδέα ότι το «πραγματικά χρήσιμο» μπορεί να είναι διαφορετικό στον κόσμο ενός σύγχρονου επιχειρηματία από αυτόν ενός μεσαιωνικού τεχνίτη δεν φαίνεται να έχει περάσει από το μυαλό του R.D. Ούτε έχει περάσει από το μυαλό του πως οι ανθρώπινες κατασκευές, θρησκευτικές ή μη, δεν μπορούν να αξιολογηθούν αποκλειστικά με κριτήρια χρησιμότητας. Για να πω το προφανές, υπάρχουν, πέρα από τον οικονομικό ωφελιμισμό, και άλλα κριτήρια αξιολόγησης θρησκευτικών μνημείων – κριτήρια αισθητικά, πνευματικά, πολιτισμικά, πολιτικά κτλ.

Παράδειγμα ανιστορικότητας
Κατά τον R.D. «η θρησκευτική πίστη αποτελεί έναν ιδιαίτερα ικανό παράγοντα εξουδετέρωσης της ορθολογικής σκέψης» (σελ. Α58). Αν δει κανείς όμως τα πράγματα από μια ιστορική σκοπιά, η θρησκευτική πίστη μπορεί να οδηγήσει είτε στην εξουδετέρωση είτε στην προώθηση της ορθολογικής σκέψης. Για παράδειγμα, πολλοί μελετητές των θρησκειών (μεταξύ των οποίων και ο Βέμπερ) έχουν παρατηρήσει ότι οι μονοθεϊστικές θρησκείες, με το να τονίζουν την ύπαρξη ενός Θεού που συγκροτεί τη συμπαντική τάξη, οδηγούν εύκολα στην επιστημονική ιδέα ύπαρξης νόμων που διέπουν όλα τα φαινόμενα. Και όταν μάλιστα εξετάσουμε την πίστη επιστημόνων (όπως ο Νεύτων, για παράδειγμα) που υποστηρίζουν ότι ο Θεός δημιούργησε μεν τον κόσμο αλλά δεν επεμβαίνει στη νομοτελειακή λειτουργία του, τότε η άμεση σύνδεση μεταξύ ορθολογικής σκέψης και θρησκείας είναι προφανής. Τέλος, αξίζει εδώ να αναφερθούμε στην κλασική μελέτη του R.K. Merton που δείχνει ότι ο προτεσταντισμός δεν οδήγησε μόνο, όπως υποστήριξε ο Βέμπερ, στην ανάπτυξη του καπιταλισμού – οδήγησε επίσης και στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης.

Συμπέρασμα
Ο R.D. επιδεικνύει το είδος της αλαζονείας που κυριάρχησε στη Δυτική Ευρώπη κατά την περίοδο του Διαφωτισμού. Μια αλαζονεία και αφελή αισιοδοξία που βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η λογική, η επιστήμη και η τεχνολογία θα μπορέσουν να λύσουν όλα τα προβλήματα (οικονομικά, πολιτικά, ηθικά, πνευματικά) του σύγχρονου υποκειμένου. Ο μετανεωτερικός άνθρωπος, μετά την εμπειρία του Ολοκαυτώματος και των κοσμικών «επιστημονικών» πίστεων του ναζισμού και του σταλινισμού, έχει χάσει την αισιοδοξία των διαφωτιστών. Ο συγγραφέας του Η περί Θεού Αυταπάτη φαίνεται να έχει καθηλωθεί στον ξεπερασμένο δογματισμό της περιόδου των «φώτων».

Ο κ. Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Economics.

«Ίσως χρειάζεται ένας νέος Διαφωτισμός»
—Σπ. Σφενδουράκης, 1 Ιουλίου 2007, Βήμα της Κυριακής

Με έκπληξη διάβασα το άρθρο του κ. Μουζέλη στο κυριακάτικο φύλλο σας της 24ης Ιουνίου σχετικά με το βιβλίο του Richard Dawkins Η περί Θεού Αυταπάτη. Ο κ. Μουζέλης διαπράττει σφάλμα ασυγχώρητο για πανεπιστημιακό καθηγητή, αφού όπως ο ίδιος παραδέχεται, δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, το οποίο κρίνει με αυστηρότητα, παρά μόνο ένα ελάχιστο απόσπασμά του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα σας ως προδημοσίευση.

Χαρακτηρίζει μάλιστα τον Dawkins αλαζόνα, αφελή, δογματικό και «κοινότυπο» (sic) – προφανώς ήθελε να γράψει κοινότοπο – χωρίς επί της ουσίας να αντιπαρατίθεται στα υποτιθέμενα επιχειρήματά του. Συγκεκριμένα, αν ο κ. Μουζέλης έμπαινε στον κόπο να διαβάσει το βιβλίο προτού γράψει αυτόν τον λίβελο, θα έβλεπε ότι ο Dawkins δεν στηρίζει το επιχείρημα περί ανυπαρξίας Θεού στη βία και στα δεινά που έχουν προκαλέσει οι θρησκείες. Η σχετική συζήτηση αφορά τις επιπτώσεις της θρησκείας στο κοινωνικό σύνολο, όπως είναι και λογικό. Το γεγονός ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με την προσπάθεια «απόδειξης» της ύπαρξης (ή ανυπαρξίας) Θεού δεν είναι άγνωστο στον Dawkins, ο οποίος βασισμένος ακριβώς σε αυτό, υποστηρίζει ότι οι υποτιθέμενες αποδείξεις δεν είναι και τόσο σοβαρές όσο θεωρείται εν γένει στη θεολογική βιβλιογραφία. Επίσης, το ότι ο Μέρτον «έδειξε» ότι ο προτεσταντισμός «οδήγησε» στην ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης, ανεξάρτητα από το αν έχει όντως δίκιο ή όχι, δεν καταρρίπτει το επιχείρημα του Dawkins ότι η θρησκευτική πίστη είναι ένας ιδιαιτέρως ικανός παράγοντας εξουδετέρωσης της ορθολογικής σκέψης. Αυτό θα ίσχυε εφόσον ο προτεσταντισμός ή κάποια άλλη θρησκεία δεν προσπαθούσε να καταστείλει ή να καταπολεμήσει τις «μη βολικές» γι’ αυτήν επιστημονικές ιδέες και όχι εφόσον έμμεσα διευκόλυνε την επιστημονική προσπάθεια (αφού πολλά από τα αποτελέσματά της – κυρίως τα τεχνολογικά – είναι συμβατά με τους σκοπούς της).

Είναι εκπληκτικό το πώς γράφεται τόσο πρόχειρα και άμεσα μια κριτική στην προσπάθεια ενός σημαντικού επιστήμονα να αντιπαρατεθεί στο νέο κύμα άνθησης του ανορθολογισμού και της δεισιδαιμονίας (βλ. θρησκευτικός φανατισμός, αστρολογία, ιδεολογίες new age κ.λπ.), χωρίς ταυτοχρόνως να παίρνει θέση απέναντι σε αυτά.

Ίσως τελικά όντως να χρειάζεται ένας νέος Διαφωτισμός, υπό την έννοια της υποστήριξής της – εξ ορισμού – μη δογματικής επιστημονικής-ορθολογικής σκέψης.

Πάντως, όπως και να’ χει, η άσκηση κριτικής σε κάτι που δε γνωρίζει κανείς είναι απαράδεκτη και αντιεπιστημονική. Ο κ. Μουζέλης οφείλει να διορθώσει το σφάλμα του, ασκώντας αναλυτική κριτική αφού διαβάσει το βιβλίο, εφόσον συνεχίσει να θεωρεί ότι έχει σοβαρά αντεπιχειρήματα.

Ο κ. Σφενδουράκης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Διαφωνία μετά λόγου γνώσεως
—Α. Περράκης, 1 Ιουλίου 2007, Βήμα της Κυριακής

Ο κ. Μουζέλης σχολιάζει με το άρθρο του στις Νέες Εποχές το βιβλίο του Richard Dawkins The God Delusion. Προς τιμήν του, ξεκαθαρίζει ότι απλώς δεν το έχει διαβάσει. Ούτε καν τον τίτλο του δεν έχει καλοδιαβάσει, ο οποίος είναι “The God Delusion” και όχι “The God Illusion”, όπως ο κ. Μουζέλης επιμένει. Είμαι σίγουρος πως γνωρίζει ότι η σχέση του Delusion με το Illusion είναι μόνον ηχητική. Αναρωτιέμαι πάντως τι ακριβώς σχολιάζει ο κ. Μουζέλης. Όσα διάβασε στη σύντομη προδημοσίευση του «Βήματος» αρκούν για ισομεγέθη σχολιασμό επί του σχολιασμού; Αν δεν διάβασε το βιβλίο πώς κατανόησε τόσο καλά το πνεύμα του συγγραφέα; Και καλά να διαφωνεί με όποιον θέλει ο κ. Μουζέλης, αλλά ο Richard Dawkins έχει «αφελείς απόψεις»; Λίγος σεβασμός δεν βλάπτει όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς για τους επιστήμονες αυτού του διαμετρήματος;

Έχει αλήθεια διαβάσει ο κ. Μουζέλης το υπόλοιπο έργο του Richard Dawkins, το οποίο ίσως θα τον βοηθούσε να κατανοήσει καλύτερα το πνεύμα του τελευταίου βιβλίου όταν και εάν το διαβάσει; Το αστείο είναι ότι και εγώ διαφωνώ με αρκετές θέσεις και με τον τρόπο επιχειρηματολογίας του Richard Dawkins στο The God Delusion (το οποίο το έχω διαβάσει εδώ και καιρό), αλλά επειδή διαφωνώ δεν θα χαρακτηρίσω τις απόψεις του αφελείς, ακόμη και εάν τις έχω διαβάσει. Θα συνιστούσα θερμά στον κ. Μουζέλη, ως επιστήμονας που είναι, να σχολιάζει θέματα που έχει μελετήσει, και όχι βιβλία που δεν έχει καν διαβάσει. Ελπίζω επίσης, όταν κάνει peer review σε επιστημονικά άρθρα του τομέα του – όπως είμαι βέβαιος ότι κάνει συχνά – να ακολουθεί πιο πιστά την επιστημονική μεθοδολογία από ό,τι όταν γράφει στο «Βήμα» και να τα διαβάζει ολόκληρα και όχι μόνον αποσπασματικά πριν τα σχολιάσει.

Ο κ. Αναστάσης Περράκης είναι καθηγητής Δομικής Βιολογίας στο Ινστιτούτο Καρκίνου της Ολλανδίας.

«Διαβάστε πριν εκτεθείτε…»
—Λίνα Ζαπρούδη, 1 Ιουλίου 2007, Βήμα της Κυριακής

Ο κ. Ν. Μουζέλης παραδέχεται ότι ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΑΒΑΣΕΙ το βιβλίο. Παρ’ όλα αυτά, το βρίσκει θεμιτό να προχωρήσει σε δριμεία «κριτική» των επιχειρημάτων του Richard Dawkins, βασιζόμενος στην ολιγοσέλιδη προδημοσίευση. Η ανοησία αυτού του επιχειρήματος είναι προφανής σε όποιον – όπως εγώ – έχει διαβάσει το βιβλίο.

Ένας αναγνώστης του βιβλίου βρίσκει γρήγορα διασκεδαστική την προσπάθεια του κ. Μουζέλη να «καταρρίψει» τα επιχειρήματα του Richard Dawkins, προωθώντας ταυτοχρόνως τις δικές του (ασαφείς, «μεταμοντέρνες»;) ιδέες σχετικά με το θέμα του βιβλίου: όλα τα βιαστικά βγαλμένα επιχειρήματα του κ. Μουζέλη έχουν ήδη καταγκρεμιστεί στο βιβλίο του Richard Dawkins! (π.χ. η προβλέψιμη αναφορά του Ν. Μουζέη στον Νεύτωνα – βλ. Κεφάλαιο 3 “The argument from admired religious scientists”/Το επιχείρημα από επιφανείς θρησκευόμενους επιστήμονες).

Συνεχίζει υποστηρίζοντας γελοία ότι «στην επόμενη σελίδα (Α58-αναφερόμενος στην ολιγοσέλιδη προδημοσίευση…) ο R. Dawkins προσπαθεί να αποδείξει τη μη ύπαρξη του Θεού αναφερόμενος στα αρνητικά αποτελέσματα της θρησκείας». O Richard Dawkins δεν κάνει τίποτε τέτοιο.

Αν ο κ. Μουζέλης είχε διαβάσει το βιβλίο, θα έβρισκε ότι αποδείξεις για τη μη ύπαρξη του Θεού δίνονται στο Κεφάλαιο 4 του βιβλίου (“Why there almost certainly is no God”/Γιατί σχεδόν σίγουρα δεν υπάρχει Θεός) και η έρευνα για τα αρνητικά αποτελέσματα της θρησκείας βρίσκεται σε άλλο κεφάλαιο, προς γνώση των σκεπτικιστών – όχι ως «απόδειξη» ότι δεν υπάρχει Θεός.

Η λογική ανάλυση του R. Dawkins είναι στιβαρή – σε αντίθεση με αυτήν του κ. Μουζέλη.

Παρ’ όλη την προφανή έλλειψη γνώσης και κατανόησης (ή ίσως ηθελημένης παρανόησης – εξάλλου ο κ. Ν. Μουζέλης δε μας κάνει γνωστές τις πεποιθήσεις του για το θέμα) δηλώνει με περισσή… αλαζονεία ότι «ο R.D. επιδεικνύει το είδος της αλαζονείας που κυριάρχησε στη Δυτική Ευρώπη κατά την περίοδο του Διαφωτισμού. Μια αλαζονεία και αφελή αισιοδοξία που βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η λογική, η επιστήμη και η τεχνολογία θα μπορέσουν να λύσουν όλα τα προβλήματα του σύγχρονου υποκειμένου».

Επίσης κατηγορεί τον R. Dawkins για «δογματισμό» και «φονταμενταλισμό της αγοράς στην πιο χυδαία εκδοχή του». Ενδιαφέρουσα δυσφήμηση της επιστήμης και του καπιταλισμού… από έναν «επιστήμονα», καθηγητή κοινωνιολογίας του London School of Economics! Όλη η «κριτική» του είναι αβάσιμη, λογικά σαθρή και αποσπασματική.

Αν είχε κάνει τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο, δε θα ένιωθε αμηχανία που θα πρέπει τώρα να νιώθει αν το διαβάσει, καθώς όλα του τα «επιχειρήματα» και το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών έχουν ήδη αντιμετωπισθεί και νικηθεί κατά κράτος στα κεφάλαια του βιβλίου.

Το ότι ο κ. Μουζέλης επέλεξε να γράψει αυτή την «κριτική» είναι σφάλμα (του) – το ότι «Το Βήμα» δημοσίευσε την «κριτική» αυτή από κάποιον που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο είναι ακόμη μεγαλύτερο σφάλμα.

Τέλος, η εν συντομία γνώμη μου, ως κάποιου που ΕΧΕΙ ΔΙΑΒΑΣΕΙ το βιβλίο: Πρόκειται για ένα διεξοδικό, λογικό, αδογμάτιστο και επιστημονικά τεκμηριωμένο πόνημα, που διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον, αν σας απασχολεί το ερώτημα ύπαρξης του Θεού και της χρησιμότητας της θρησκείας. Αν είστε σκεπτικιστής ή αγνωστικιστής, είναι πιθανόν να σας πάει ένα βήμα παραπέρα και να σας μετατρέψει σε άθεο (σημ. εγώ ήμουν ήδη). Αν είστε θρησκευόμενος, το πιο πιθανόν είναι ότι είστε έτσι κι αλλιώς «άτρωτος» σε λογικά επιχειρήματα.

Η κ. Λίνα Ζαπρούδη είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός.

Ο «αλαζών και αφελής» και ο κριτής του
—Αλέξανδρος Μάμαλης, 1 Ιουλίου 2007, Βήμα της Κυριακής

Το βιβλίο αριθμεί 149.092 λέξεις· 2.142 λέξεις μέτρησα την προδημοσίευση. Είναι δυνατόν ένας διανοούμενος πανεπιστημιακός να κρίνει δημόσια το περιεχόμενο κάποιου βιβλίου χωρίς να το έχει πιάσει στα χέρια του – από την προδημοσίευση του και μόνο; Όλοι γνωρίζουν το σκοπό και τα χαρακτηριστικά κάθε προδημοσίευσης (αποσπασματική και σύντομη παρουσίαση κάποιων κομματιών, αντιπροσωπευτικών του ύφους του συγγραφέα και της ποιότητας της μετάφρασης), οπότε νομιμοποιείται μια «προκαταρκτική» κριτική βασισμένη σε αυτήν; Τόση απρονοησία εκ μέρους του κρίνοντος μήπως η δημοσίευσή του κινδυνεύσει να χαρακτηριστεί βιαστική και άστοχη, να διαψευστεί εκ των πραγμάτων;

«Αλαζών και αφελής» ο R. Dawkins που τόλμησε να γράψει όσα έγραψε, αλλά έτσι, ελαφρά τη καρδία, με τον «αυτόματο πιλότο», μπορεί άραγε να ακυρώνεται διαμιάς και κάθε ανάγκη έκδοσης ενός τέτοιου βιβλίου – άρα και η δική μας προσπάθεια (όλων μας, εκδοτών, μεταφραστών και επιμελητών, ως επαγγελματιών που ασκούν λειτούργημα) να μεταφέρουμε αυτή τη γνώση στο ενδιαφερόμενο ελληνικό κοινό; Πιστεύαμε και πιστεύουμε (το αποδεικνύει δε η υπερεικοσαετής εκδοτική μας παρουσία) ότι το ευρύ κοινό πρέπει να ενημερώνεται συνεχώς και επίμονα για την πρόοδο και τα προβλήματα της επιστήμης, να γνωρίζει και να εμπεδώνει τη μέθοδο και τον ορθολογισμό της· ότι ο σύγχρονος σκεπτόμενος Έλληνας, θρησκευόμενος ή μη, πρέπει να διαβάσει τα επιχειρήματα του συγγραφέα, να τα σκεφτεί και να αποφασίσει τη στάση του. Ακόμη κι αν έχουμε αποδεχτεί τον άκριτο «αυτόματο πιλότο» στην ελληνική δημόσια καθημερινότητά μας, δικαιούται να τον χρησιμοποιεί ένας διανοούμενος όταν κρίνει ιδέες και τις δημοσιοποιεί προκειμένου να τις μεταδώσει σε ένα ευρύ κοινό;

Εκτιμώ ότι δεν είναι δικός μου ρόλος να αναφερθώ στην ουσία των επιχειρημάτων του κ. Μουζέλη ή του συγγραφέα, υπάρχουν δε πολλοί περισσότεροι αρμόδιοι να τα σχολιάσουν δημόσια – και ελπίζω ότι θα θελήσουν να το πράξουν. Ωστόσο, θα ήθελα να κάνω δυο-τρεις διευκρινιστικές νύξεις στα γραφόμενα του σεβαστού καθηγητή:

1. Το γεγονός ότι πολλά φιλοσοφικά πονήματα έχουν προσπαθήσει να αποδείξουν είτε την ύπαρξη είτε την ανυπαρξία του Θεού δεν σημαίνει ότι το ζήτημα έχει κλείσει και ότι κανείς πλέον δεν δικαιούται να μιλήσει επ’ αυτού – πόσω μάλλον ένας σημαντικός εξελικτικός βιολόγος, ο οποίος σίγουρα εξετάζει το θέμα και από μια διαφορετική οπτική (βλ. κεφάλαια 4 και 5 της ελληνικής έκδοσης).

2. Ο R. Dawkins δεν αναφέρει τα αρνητικά στοιχεία της φονταμενταλιστικής θρησκείας για να αποδείξει τη μη ύπαρξη του θείου, αλλά για να τονίσει τη μη χρησιμότητα της θρησκείας σε ψυχολογικό και βιολογικό επίπεδο, καθώς και το γεγονός ότι εμπνέει μια καθαρά υποκριτική ηθικότητα (κεφάλαια 7 και 8). (Στην ουσία, αν προσπαθεί να αποδείξει κάτι, αυτό είναι ότι όλα τα γνωστά επιχειρήματα που προσφέρονται υπέρ της ύπαρξης του Θεού δεν αποδεικνύουν απολύτως τίποτε.)

3. Για τον ίδιο λόγο εξάλλου αναφέρει και ότι «η θρησκεία καταβροχθίζει και πόρους, μερικές φορές σε τεράστια κλίμακα», και όχι επειδή είναι φονταμενταλιστής της αγοράς – όπως αρνείται και ο ίδιος στη σελ. 18. Ασφαλώς και ο Dawkins αναγνωρίζει και σέβεται την  αισθητική αξία των θρησκευτικών μνημείων (σελ. 276, 376-379), όπως θα περιμέναμε από κάθε άνθρωπο με την αντίστοιχη παιδεία. Εκείνο που κατακρίνει είναι η υποκρισία της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας που υψώνει τέτοια μνημεία υπό τον φόβο της τιμωρίας.

4. Όσον αφορά το ότι η πίστη επιστημόνων επιβεβαιώνει τη σύνδεση θρησκευτικής-ορθολογικής σκέψης, παραπέμπουμε απλώς στην αντίστοιχη ενότητα του βιβλίου (σελ. 122-128), όπου ο συγγραφέας εύστοχα και με τον δικό του τρόπο αντικρούει αυτό το επιχείρημα.

5. Η άποψη του κ. Μουζέλη ότι «ο μετανεωτερικός άνθρωπος, μετά την εμπειρία του Ολοκαυτώματος και των κοσμικών επιστημονικών πίστεων του ναζισμού και του σταλινισμού, έχει χάσει την αισιοδοξία των διαφωτιστών» μάλλον δεν αντιπροσωπεύει το γενικά αισιόδοξο πνεύμα του βιβλίου, καθώς ο Richard Dawkins πιστεύει ότι το ηθικό Zeitgeist (το πνεύμα των καιρών) πράγματι προχωρεί (και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια της θρησκείας) προς μια συνεχώς προοδευτική κατεύθυνση (βλ. και σελ. 301-309).

6. Τέλος, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του «ξεπερασμένου δογματιστή» που αποδίδεται στον Dawkins, παραπέμπουμε και πάλι στον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος προνοητικά (και συνηθισμένος σε παρόμοιες κατηγορίες) αποποιείται αυτό τον χαρακτηρισμό (σελ. 312-313).

Συμπερασματικά, θα σας παρακαλούσα να προσφέρετε και άλλη ή και άλλες σελίδες στον σεβαστό καθηγητή να σχολιάσει το βιβλίο (διαδικασία ιδιαίτερα χρήσιμη για όλους μας), αφού πρώτα θα το έχει διαβάσει.

Ο κ. Αλ. Μάμαλης είναι φυσικός και εκδότης.

Η σχέση θρησκείας-κοινωνίας
—Ν. Μουζέλης, 8 Ιουλίου 2007, Βήμα της Κυριακής

Στις 24 Ιουνίου δημοσίευσα στο «Βήμα» μια κριτική του βιβλίου του Richard Dawkins (RD) Η περί Θεού Αυταπάτη (εκδ. Κάτοπτρο) έχοντας σαν βάση αποσπάσματα του βιβλίου που δημοσιεύτηκαν στις «Νέες Εποχές» στις 7 Ιουνίου. Τόνισα στο άρθρο μου πως δεν είχα διαβάσει το βιβλίο και πως άρα η κριτική μου είχε έναν προκαταρκτικό χαρακτήρα. Στο «Βήμα» στις 11 Ιουνίου δημοσιεύτηκαν τέσσερα μικρά κείμενα/επιστολές που ασκούν κριτική στη δική μου κριτική του βιβλίου. Η βασική αντίρρηση και των τεσσάρων συγγραφέων είναι ότι έπρεπε να είχα διαβάσει όλο το βιβλίο και όχι να βασίσω την κριτική μου σε αποσπάσματα. Παρ’ όλο που το  έργο του RD δε μου είναι καθόλου άγνωστο, πρέπει να παραδεχτώ πως ήταν σφάλμα να ασκήσω κριτική στη βάση αποσπασμάτων του βιβλίου. Ήταν μια παρορμητική κίνηση που είχε σκοπό την ανάπτυξη μερικών αντεπιχειρημάτων στις θέσεις του RD προτού οι αναγνώστες ξεχάσουν το περιεχόμενο του προδημοσιεύματος. Ζητώ ειλικρινά συγνώμη από τον RD, το αναγνωστικό κοινό του «Βήματος» καθώς και τον εκδότη. Επιφυλάσσομαι να κάνω μια νέα κριτική αφού διαβάσω προσεκτικά το Η περί Θεού Αυταπάτη.

Κοινωνικές επιπτώσεις
Εδώ θα προσπαθήσω να απαντήσω με συντομία σε μερικές άλλες κριτικές παρατηρήσεις των επιστολογράφων. Αν ήθελαν οι συγγραφείς να κάνουν μια ουσιαστική κριτική του άρθρου μου θα έπρεπε, πέρα από τις καθαρά διαδικαστικές παρατηρήσεις και τις προσωπικές επιθέσεις, να δείξουν με ποιον ακριβώς τρόπο το μη διάβασμα εκ μέρους μου ολόκληρου του βιβλίου με οδήγησε σε λανθασμένες θέσεις. Το μόνο επιχείρημα τέτοιου τύπου που εντόπισα είναι αυτό του κ. Σφενδουράκη (στο οποίο επίσης αναφέρεται και η κυρία Ζαμπρούδη).

Ο κ. Σφενδουράκης υποστηρίζει πως «ο Dawkins δεν στηρίζει το επιχείρημα περί ανυπαρξίας Θεού στη βία και στα δεινά που έχουν προκαλέσει οι θρησκείες. Η σχετική συζήτηση αφορά τις επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο, όπως είναι και λογικό» (Α58). Αν έτσι έχουν τα πράγματα, το να μιλάει κανείς για τις επιπτώσεις που έχει η θρησκεία πάνω στο κοινωνικό σύνολο κατά γενικό και αόριστο τρόπο δεν είναι πολύ χρήσιμο. Και αυτό γιατί οι θρησκευτικοί θεσμοί, όπως και όλοι οι άλλοι κεντρικοί θεσμοί μιας κοινωνίας, έχουν και αρνητικές και θετικές επιδράσεις πάνω στον κοινωνικό ιστό της. Βέβαια, ο RD παραδέχεται, όπως υποστήριξα στο άρθρο μου, πως επειδή «η θρησκεία είναι πανταχού παρούσα σημαίνει πιθανόν ότι έχει λειτουργήσει προς κάποιο όφελος, αλλά ενδέχεται να μην αφορά εμάς ή τα γονίδιά μας» («Το Βήμα,17/6, σελ. Α57).

Το πρόβλημα εδώ είναι πως για να καθορίσει κανείς τι είναι χρήσιμο και τι άχρηστο ή βλαβερό στη σχέση θρησκείας-κοινωνίας δεν είναι δυνατόν να το κάνει χωρίς να λάβει σοβαρά υπόψη το εν λόγω ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο με βάση το οποίο αυτή η σχέση εξελίσσεται. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το τι είναι θετική επίδραση και τι αρνητική και πως συνδέεται το αρνητικό με το θετικό είναι διαφορετικό στις τοτεμικές πρωτόγονες κοινωνίες, στην πολυθεϊστική αρχαία Αθήνα, στο ημιθεοκρατικό Βυζάντιο, στη Γενεύη του Καλβίνου και στο Θιβέτ του Δαλάι Λάμα. Στις κοινωνικές επιστήμες, αντίθετα ίσως από τις φυσικές, δεν έχουμε ενδιαφέρουσες καθολικές γενικεύσεις/νόμους. Οι καθολικές γενικεύσεις είτε είναι τετριμμένες είτε λανθασμένες – δηλαδή ισχύουν μόνο υπό ορισμένες συνθήκες που η γενική θεωρία, λόγω ακριβώς του καθολικού χαρακτήρα της, δεν μπορεί να προσδιορίσει.

Ορθολογισμός
Στο επιχείρημά μου πως δεν μπορεί να αποδείξει κανείς με λογικές κατηγορίες την ύπαρξη ή ανυπαρξία του Θεού, ο εκδότης του βιβλίου κ. Μάμαλης μας λέει: «Το γεγονός ότι πολλά φιλοσοφικά πονήματα έχουν προσπαθήσει να αποδείξουν είτε την ύπαρξη είτε την ανυπαρξία του Θεού δεν σημαίνει ότι το ζήτημα έχει κλείσει και ότι κανείς πλέον δεν δικαιούται να μιλήσει επ’ αυτού» (σελ. Α58).

Το ότι για χιλιάδες χρόνια η εξέταση του θέματος με βάση τον ορθολογικό λόγο δεν έχει προχωρήσει καθόλου – αυτό μας λέει απλά πως η λογική και επιστημονική ανάλυση είναι εξαιρετικά αποτελεσματική σε μερικούς τομείς και καθόλου αποτελεσματική σε άλλους. Βέβαια, ο καθένας δικαιούται να εξακολουθεί να λύνει το πρόβλημα ορθολογικά. Εγώ είμαι της γνώμης πως η γνωστή θέση του Βίτγκενσταιν είναι σωστή: σε ό,τι αφορά το πρόβλημα της ύπαρξης ή ανυπαρξίας του θείου, η μόνη λογική στάση είναι αυτή της απόλυτης σιωπής.

Αφελείς απόψεις
Ο κ. Περράκης διατείνεται: «Καλά να διαφωνεί με όποιον θέλει ο κ. Μουζέλης αλλά ο Richard Dawkins έχει “αφελείς απόψεις”; Λίγος σεβασμός δεν βλάπτει όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς για επιστήμονες αυτού του διαμετρήματος» (σελ. Α59).

Ένας επιστήμονας μπορεί να είναι μεγαλοφυής στον κλάδο που ειδικεύεται και εξαιρετικά απλοϊκός όταν μπαίνει σε «ξένα χωράφια». Μπορεί βέβαια όταν διαβάσω όλο το βιβλίο του RD να ανακαλύψω πως έκανα σοβαρό λάθος. Δεν βρίσκω όμως ότι πρόκειται περί έλλειψης σεβασμού το να χαρακτηρίζει κάποιος ένα επιχείρημα αφελές. Το επίθετο αφελές αναφέρεται στο επιχείρημα και όχι στο πρόσωπο του επιστήμονα. Ακόμη και οι επιστήμονες μεγάλου «διαμετρήματος» μπορεί να αναπτύξουν αφελή επιχειρήματα.

Τελειώνοντας, θέλω να αναφερθώ στην εξής αδυναμία του άρθρου μου. Στην τελευταία παράγραφο αναφέρομαι στον Διαφωτισμό κατά τέτοιον τρόπο που εύκολα σχηματίζει ο αναγνώστης την εντύπωση πως είμαι αντίθετος στις αξίες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνδέονται με τον Διαφωτισμό (εξ ου και ο χαρακτηρισμός μου ως μεταμοντέρνου). Έπρεπε να είχα καταστήσει πιο σαφές πως ενστερνίζομαι πλήρως τις παραπάνω αξίες. Απορρίπτω όμως το λογοκεντρισμό και τον επιστημονισμό που σε έναν μεγάλο βαθμό χαρακτήριζε την εποχή των φώτων. Για παράδειγμα, o Comte, ο πατέρας του θετικισμού, πίστευε πως με την πρόοδο της επιστήμης ο άνθρωπος θα μπορέσει να λύσει με επιστημονικό, αντικειμενικό τρόπο όλα τα ηθικά, πολιτικά και θρησκευτικά προβλήματα που το αφορούν. Πιστεύω πως αυτό είναι αδύνατον.

Ο κ. Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Economics.

 
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ
cart
Το Καλάθι σας είναι άδειο.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ