ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ




Υποδειγματική αποτίμηση των σχολών στοχασμού στον 20ό αιώνα

Quentin Skinner, Μετά τον εμπειρισμό

 

Δεν είναι δα και κανένα επτασφράγιστο μυστικό ότι οι σχέσεις της αγγλοσαξονικής επιστημονικής σκέψης με την αντίστοιχη της ηπειρωτικής Ευρώπης διήγαν ανέκαθεν δυσκολίες που κάποτε μάλιστα οδηγούσαν σε σοβαρές κρίσεις αξιοπιστίας. Το δηλητήριο που είχε χυθεί εκατέρωθεν με αφορμή την περιβόητη υπόθεση Σόκαλ, το 1994, ήταν μόνο μια ακραία εκδοχή των πάγιων επιφυλάξεων που τρέφει η μια πλευρά για την επιστημονικότητα της άλλης.

Το στερεότυπο θέλει τους Αγγλοσάξονες να ονομάζουν επιστήμη —κοινωνική επιστήμη εν προκειμένω— μόνο ό,τι είναι αυστηρά τεκμηριωμένο και «εργαστηριακά» ελεγμένο, δηλαδή ό,τι ακολουθεί τις μεθοδολογικές αρχές των φυσικών επιστημών, που λειτουργούν εδώ ως το ιερό πρότυπο. Και από την άλλη, τους πάντα απείθαρχους στη σκέψη Ευρωπαίους να μην έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο: συνεχώς να επινοούν ολικά συστήματα ερμηνείας του κοινωνικού μέσα από σύνθετες θεωρητικές συλλήψεις (θυσιάζοντας εν ανάγκη την εξαντλητική τεκμηρίωση) και σε όλα να αναζητούν το κρυμμένο επιστημολογικό νόημα που συγκροτεί τις ίδιες τις αρχές του επιστημονικού λόγου. Στο Νησί, λοιπόν, επικρατεί ο γειωμένος εμπειρισμός —που όμως έχει αποδεδειγμένα εξαντλήσει τα όριά του ήδη από τη δεκαετία του 1960—, στην απέναντι ακτή, η «μεγάλη θεωρία» με συνθέσεις που κόβουν την ανάσα, αλλά δημιουργούν και ερωτήματα άλλοτε για την υπερβολική σχηματικότητά τους άλλοτε για τις (μικρές) επιχειρησιακές τους δυνατότητες.

Προσέγγιση

Δεν είναι πολλοί εκείνοι και από τις δύο πλευρές που επιδίωξαν την προσέγγιση. Ένας από τους επιφανέστερους υπήρξε ο Βρετανός ιστορικός της νεότερης πολιτικής σκέψης Κουέντιν Σκίννερ, γνωστός για την προσήλωσή του στην κατασκευή και εφαρμογή λεπτεπίλεπτων θεωρητικών εργαλείων στις δικές του έρευνες (για τους ΙΣΤ΄ - ΙΖ΄ αιώνες, κυρίως) καθώς και για την κριτική που έχει ασκήσει στον εμμονοληπτικό εμπειρισμό των συμπατριωτών του. Για τις ανάγκες της συνάντησης των δύο «αντίπαλων» σχολών, ο καθηγητής από το Καίμπριτζ ανέλαβε το 1985 να συγκεντρώσει, σε έναν τόμο, εννέα κείμενα συναδέλφων του, τα οποία να σχολιάζουν το έργο οκτώ εκ των σημαντικότερων σύγχρονων θεωρητικών (και ενός περιοδικού που συγκρότησε θεωρητική σχολή) των επιστημών του ανθρώπου: Γάλλοι και Γερμανοί, ο Χ.-Γκ. Γκάνταμερ, ο Ζ. Ντεριντά, ο Μ. Φουκώ, ο Γ. Χάμπερμας, ο Λ. Αλτουσέρ, ο Κ. Λεβί-Στρως, οι ιστορικοί του γαλλικού περιοδικού Annales, και δύο Αμερικανοί, ο Τ. Κουν και ο Τζ. Ρωλς, όλοι δηλαδή οι τιτάνες της δυτικής σκέψης του 20ού αιώνα, γίνονται, σε αυτό το μικρό «λεξικό», αντικείμενο κριτικής επαναδιαπραγμάτευσης από ορισμένους δεκτικούς στις έξωθεν επιρροές Βρετανούς και Βορειοαμερικανούς ομοτέχνους τους.

Όχι, φυσικά, ότι με τον τόμο αυτό γεφυρώνονται αυτόματα όλες οι διαφορές. Για την αγγλοσαξονική σκέψη, η παραγωγή επαληθεύσιμου νοήματος παραμένει το αδιαπραγμάτευτο καθήκον της επιστήμης. Κι έτσι, ο καθηγητής Φιλοσοφίας  Ντέιβιντ Χόυ (Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας) που σχολιάζει τον Ντεριντά και ο πολιτικός επιστήμονας Μαρκ Φιλπ (Οξφόρδη) που μιλάει για τον Φουκώ θεωρούν ότι η διαρκής μετατόπιση του νοήματος μεταξύ των κειμένων και η σχετικοποίηση της αλήθειας μαζί με την απόρριψη κάθε αυθεντίας —βασικά στοιχεία του έργου των δύο Γάλλων στοχαστών— διαρρηγνύουν κάθε κανονιστική αρχή ικανή «να στηρίξει ένα νόμιμο πρόγραμμα κριτικής». Γι’ αυτό και στρέφονται στην υπαρξιακή ερμηνευτική του Γκάνταμερ ως το ύστατο καταφύγιο για «να βγάλουμε νόημα» από τα πράγματα. Μεγαλύτερη άνεση στην προσέγγισή του φαίνεται να επιδεικνύει ο Βρετανός κοινωνιολόγος Αντονι Γκίντενς καθώς στο δικό του κείμενο για τον Χάμπερμας αφήνει να αναδειχτούν όλες οι επιρροές του από Ευρωπαίους θεωρητικούς όπως ο Μαρξ και ο Βέμπερ. Το παράδειγμα ενός επιστήμονα όπως ο Γκίντενς που παρήγαγε καινοτόμο θεωρητική σκέψη συνδιαλεγόμενος με τη μεγάλη παράδοση της ηπειρωτικής κοινωνιολογίας είναι εξόχως διδακτικό για το τι μπορεί να προκύψει από μια σοφή επιμειξία των δύο αυτών «κόσμων».

Η περιφέρεια

Αν και συνήθως η επαφή των επιστημονικών κοινοτήτων των χωρών της περιφέρειας με τα κέντρα παραγωγής της «μεγάλης θεωρίας» χαρακτηρίζεται από κομπλεξικά σύνδρομα, όσον αφορά τουλάχιστον την ελληνική επιστημονική κοινότητα, αυτή εμφανίζει σήμερα σημάδια ωρίμανσης. Το αποδεικνύει εξάλλου το γεγονός ότι διαθέτουμε σε ελληνικές μεταφράσεις το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των διανοητών του εν λόγω τόμου.

Η εγχώρια αυτή ζύμωση με τους θεμελιωτές της σύγχρονης κοινωνικής σκέψης δεν έχει δώσει ακόμη, ωστόσο, θεωρητικά έργα μεγάλου βεληνεκούς παρ’ ότι δεν έχουν λείψει οι αξιοπρόσεκτες περιπτώσεις διανοητών όπως ο Κ. Ψυχοπαίδης, αλλά και μικρής έκτασης συνθέσεις και δοκιμές από νεώτερους κυρίως. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο Κ. Παπαϊωάννου, ο Ν. Πουλαντζάς, ο Κ. Καστοριάδης ή ο Π. Κονδύλης χρειάστηκε να βρεθούν σε περιβάλλοντα με υψηλή αίσθηση της Raison προτού καταθέσουν πρωτότυπη σκέψη.

Η μεγάλη κοινωνική θεωρία στα καθ’ ημάς θα μπορούσε να αποτελέσει την ευρετική βάση για τη συγκρότηση θεωριών μέσης εμβέλειας που να αφορούν τις εκάστοτε υπό μελέτη όψεις του ελληνικού παραδείγματος: όχι αφηρημένες ασκήσεις επί χάρτου αλλά θεωρητικά υποδείγματα που να προκύπτουν από την εφαρμογή τους στο απολύτως συγκεκριμένο της ιστορικής πραγματικότητας. Όσο για την παραγωγή μεγάλης θεωρίας, ας παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι διανοητές του διαμετρήματος του Κλωντ Λεβί-Στρως δεν είναι απλώς δημιουργήματα μιας εποχής αλλά μάλλον ενός —ανεξήγητου εν πολλοίς— θαύματος.

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος
Καθημερινή
, 10 Σεπτεμβρίου 2006

Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος διδάσκει Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

 
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ
cart
Το Καλάθι σας είναι άδειο.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ