ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ




Από τους φυσικούς οργανισμούς στα κοινωνικά συστήματα

Κώστας Κριμπάς, Κοινωνιοβιολογία

 

 

Οι δάσκαλοι μου στο γυμνάσιο δεν θέλανε να μάθω πολλά για τη εξέλιξη, τουλάχιστον έτσι έδειχναν. Όμως το βιβλίο της βιολογίας είχε μια σελίδα για τον Λαμάρκ και τον Δαρβίνο (τα σημερινά είναι ακόμα πιο φειδωλά) και, τότε δε ήξερα γιατί, ήταν η σελίδα που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση. Μετά, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έμαθα περισσότερα για την κοινή καταγωγή της ζωής και τη φυσική επιλογή, όμως κάτι στο μυαλό μου δεν «κολλούσε» με το δεύτερο, την φυσική επιλογή. Η αυτοθυσία της μέλισσας, το ομαδικό τάισμα των μικρών στις αγέλες των άγριων σκύλων και άλλα τέτοια φαινόταν να διαψεύδουν τον δαρβινισμό. Φυσικά ήταν ένα άγχος πολύ πιο παλιό, δεν το έκρυψε και προσπάθησε να το ξεπεράσει ο ίδιος ο Δαρβίνος. Το ξεπέρασμα ήρθε από τους συμπατριώτες του ένα αιώνα αργότερα. Η επιστήμη δεν μπόρεσε ακόμα να ξεπεράσει την σοβαροφάνειά της, αλλιώς θα μπορούσε να θεωρήσει ως γενέθλια μέρα της κοινωνιοβιολογίας —γιατί περί αυτής ο λόγος— τη μέρα που ο J.B.S. Haldane έδωσε την γνωστή απάντηση σε ερώτημα δημοσιογράφου αν θα θυσίαζε τη ζωή του για τη Βασίλισσα της Αγγλίας. Η απάντηση ήταν πως θα τη θυσίαζε για 2 αδέλφια του, 8 ξαδέλφια ή 32 δεύτερα ξαδέλφια, αλλά μιας και η συγγένεια του με τη Βασίλισσα ήταν κάτι πολύ κοντά στο μηδέν μια τέτοια θυσία δεν θα είχε νόημα.

 

Είναι ενδιαφέρον ότι η κοινωνιοβιολογία γεννήθηκε και ανδρώθηκε παράλληλα με την μοριακή γενετική. Η τελευταία είναι βέβαια πολύ πιο γνωστή, διότι οι εφαρμογές της μόνο με την πυρηνική φυσική μπορούν να συγκριθούν. Δεν είναι όμως καθόλου συμπτωματικό ότι η εισβολή της επιστήμης στον μικρόκοσμο της βιολογίας (τα βιομόρια και οι κυτταρικές λειτουργίες) και στο μακρόκοσμο της βιολογίας (οι βιοκοινωνίες και τα οικοσυστήματα) έγινε στις ίδιες δεκαετίες με βήματα συγχρονισμένα και παράλληλα. Ο μεσόκοσμος της βιολογίας (ο οργανισμός) ήταν αρκετά καλά μελετημένος και φαινόταν πάντα πιστός στον δαρβινισμό από τα βακτήρια μέχρι τα θηλαστικά (τον δαρβινισμό τον χρησιμοποιώ εδώ με την έννοια του νεοδαρβινισμού, που δεν είναι παρά ο δαρβινισμός εξοπλισμένος με ό,τι νεότερο έχει να προσφέρει η σύγχρονη επιστήμη). Ο μακρόκοσμος με τον αυτοκτονιστικό αλτρουισμό των μελισσών και τις πειθαρχημένες συνεργασίες στις κοινωνίες των ανωτέρων ζώων αποτελούσαν, όπως είπαμε, εξαιρέσεις που δεν επιβεβαίωναν τον κανόνα. Ο μικρόκοσμος μας έφερε μπροστά σε παρόμοιες εκπλήξεις. Πρώτα, διαπιστώθηκε ότι μεγάλα κομμάτια του DNA δεν έχουν χρήση για τον οργανισμό (τουλάχιστον έτσι φαίνεται προς το παρόν), μια σπατάλη που δεν ταιριάζει με τον δαρβινισμό. Μετά βρέθηκαν μικρά κομμάτια DNA που η μόνη λειτουργία τους είναι να φτιάχνουν αντίγραφα τους που στη συνέχεια σαν αλεξιπτωτιστές προσγειώνονται εδώ και εκεί πάνω στο μεγάλο νήμα του DNΑ. Αυτά τα μεταθετά στοιχεία, όπως είναι γνωστά, μπορούν να θεωρηθούν σαν παράσιτα του DNA, όμως καθώς η ένθεση τους είναι τυχαία μπορεί να συμβεί μέσα σε ένα λειτουργικό γονίδιο και να το καταστήσει ανενεργό. Το να επιτρέψει η φυσική επιλογή τον αυτοπαρασιτισμό του οργανισμού πάλι δεν φαινόταν να ταιριάζει με τον δαρβινισμό. Μετά βρέθηκαν γονίδια που ανταγωνίζονται άλλα γονίδια μέσα στον ίδιο οργανισμό, σαν πειρατές που κούρσεψαν το καράβι με το  θησαυρό—εδώ τον οργανισμό— και τώρα ρίχθηκαν σε μια άγρια μάχη μεταξύ τους για το ποιος θα το διαφεντέψει- οδηγώντας το κάποτε, πάνω στη μανία για κυριαρχία, σε ναυάγιο.

Όλα αυτά έφεραν τον δαρβινισμό στο σημείο που έπρεπε ή να εγκαταλειφθεί ή να επανακαλυφθεί. Συνέβη το δεύτερο. Η κεντρική ιδέα είναι απλή και έγινε, για το ευρύτερο κοινό, γνωστή με το απατηλό όνομα «εγωιστικό γονίδιο». Το γονίδιο είναι γονίδιο —πολλαπλασιάζεται και μεταλλάσσεται. Επιπλέον επιλέγεται. Ήταν αυτή η τρίτη ιδιότητα που ο μεσόκοσμος της βιολογίας είχε παραβλέψει. Από τον Δαρβίνο μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα η κρατούσα άποψη ήταν πως η φυσική επιλογή δρα αποκλειστικά πάνω στον οργανισμό. Έτσι την εισέπραξα και εγώ στα μαθητικά μου χρόνια. Τώρα έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο σωστός τρόπος για να εκτιμήσουμε το ρόλο της είναι να την δούμε σαν δύναμη που διατρέχει και επηρεάζει ταυτόχρονα όλη την ιεραρχία της ζωής, μια ιεραρχία που αρχίζει από το γονίδιο, περνά στο κύτταρο, μετά στον οργανισμό και από κει στην κοινωνία και το οικοσύστημα. Η οργάνωση αυτή —η ίδια συναρμολόγημα της φυσικής επιλογής— είναι τέτοια που πότε ευνοεί ένα κατώτερο επίπεδο σε βάρος ενός ανώτερου και πότε αντίστροφα. Στη τελευταία περίπτωση αυτό σημαίνει πως, ναι, μπορεί να υπάρξουν συνθήκες κάτω από τις οποίες η φυσική επιλογή ευνοεί την κοινωνία σε βάρος του ατόμου. Στα μαθητικά μας χρόνια, μια τέτοια ανακούφιση τη σημαδεύαμε με το ό.έ.δ. (όπερ έδει δείξαι).

Η κοινωνιοβιολογία, όπως δηλώνει και το όνομα της, επικεντρώνεται στο ανώτερο επίπεδο της παρά πάνω ιεραρχίας, στη σχέση ατόμου-κοινωνίας. Τα θεμέλια της τέθηκαν στην Αγγλία, αλλά γρήγορα ο άνεμος έφθασε στην ομογάλακτη ΗΠΑ. Το ομώνυμο βιβλίο του ακαδημαϊκού Κώστα Κριμπά είναι το πρώτο στο είδος του στον ελληνικό χώρο. Έχουν προηγηθεί μεταφράσεις των πιο αξιόλογων μονογραφιών που εμπίπτουν ή άπτονται του ευρύτερου χώρου— και εδώ θέλω να αναφερθώ ιδιαίτερα στις εκδόσεις Σύναλμα που τόσο οδυνηρά και απροσδόκητα για όλους μας τερμάτισαν το πολύ σημαντικό έργο τους. Ο καθηγητής Κ. Κριμπάς είναι ένα σπάνιο μίγμα βιολόγου-ιστορικού. Για την πρώτη ιδιότητα έχω ιδίαν πείρα. Για την δεύτερη δεν είμαι ειδικός, αλλά ίσως δεν μου είναι απαραίτητο. Μου αρκεί η ικανοποίηση που αντλώ όταν διαβάζω τα γραπτά του και ξανασυναντώ ιδέες και πρόσωπα, πολλές φορές γνωστά, να φωτίζονται από το ιστορικό-κοινωνικό φως του συγγραφέα.  Σε αυτόν το μικρό και λιτό τόμο ο αναγνώστης θα βρει μια ολοκληρωμένη εισαγωγή στην κοινωνιοβιολογία. Η ιστορική-κοινωνική προσέγγιση, γόνιμη για κάθε επιστημονικό χώρο αλλά ιδιαίτερα αναγκαία για την συγκεκριμένη περίπτωση, δρα σαν μυθιστορηματική σασπένς. Οι βασικοί σταθμοί στην ανάπτυξη της κοινωνιοβιολογίας, όπως ο ισολογισμός γονιδιακού κόστους και κέρδους του W. D. Hamilton, οι ιδέες του J. Maynard Smith για τις εξελικτικές στρατηγικές, οι τολμηρές και διεισδυτικές προεκτάσεις του R.L. Trivers στο χώρο της αμοιβαιότητας, η δυναμική της συνεργασιμότητας του R. Axelrod και βέβαια η αριστουργηματική σύνθεση και προβολή του αντικειμένου από τον E.O. Wilson—για να αναφέρουμε μόνο μερικούς τέτοιους σταθμούς— δίνονται ανάγλυφα και απέριττα. Με τον ίδιο τρόπο δίνεται και η γόνιμη αντιπαράθεση που γνώρισε η κοινωνιοβιολογία στα πρώτα και αβέβαια βήματά της, με πρωταγωνιστή τον  R.C. Lewontin. Με περισσό θάρρος και με ακόμα μεγαλύτερη ακριβοδικαιότητα ο συγγραφέας καταγίνεται με τις περισσότερο αμφιλεγόμενες ερμηνευτικές προσπάθειες της κοινωνιοβιολογίας σε χώρους που κλασικά ήταν απαγορευμένοι για τις θετικές επιστήμες: την συνείδηση, την ψυχολογία, την τέχνη, την φιλοσοφία, την ηθική. Εδώ η κοινωνιολογία γνώρισε πολεμική, πολλές φορές αδυσώπητη. Κατηγορήθηκε ως ακατάλληλη, αλαζονική και παραπλανητική. Για το πρώτο αρκεί να παραπέμψει κανείς στους χρόνους όπου η βιολογία αγνοούσε τη χημεία, για το δεύτερο στα κείμενα των πρωτεργατών της θεωρίας όπου θα διαπιστωθεί ότι περισσεύει η σεμνότητα και η αυτοκριτική, για το τρίτο ας μη ξεχνούμε ότι θέλει τόλμη και αρετή η επιστήμη. Χρειάζεται τόλμη για να μπαίνει σε χώρους που ακόμα παραμένουν βασικά ανερμήνευτοι, χρειάζεται αρετή για να κινείται πάντα με το κριτήριο—θα έλεγα τη μανία—   της αυτοδιάψευσης. Είναι αυτή η πλευρά της κοινωνιοβιολογίας που ωφελείται ιδιαίτερα από την ιστορική-κοινωνική προσέγγιση του καθηγητή Κ. Κριμπά.

Το βιβλίο διαβάζεται εξ ίσου άνετα από αυτούς που προέρχονται από τις θετικές ή τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Η πρώτη κατηγορία δεν περιλαμβάνει μόνο τους βιολόγους, ούτε  η δεύτερη μόνο τους κοινωνιολόγους. Ο καθένας θα βρει κάτι που δεν γνώριζε, κάτι που δεν είχε σκεφθεί, ανεξάρτητα από το πού προέρχεται και ποιος είναι ο ιδεολογικός χώρος στον οποίο αισθάνεται ανετότερα. Και αυτό γιατί το βιβλίο πραγματεύεται ένα θέμα που έχει όλα τα σημάδια μιας μεγαλόπνοης σύνθεσης. Η επιτυχία της θα κριθεί φυσικά με τον χρόνο. Εν τω μεταξύ υπάρχει η γοητεία του εγχειρήματος—και ποιος θα ήθελε να την στερηθεί; Το βιβλίο περνά αυτή την γοητεία στον αναγνώστη, ό.έ.π. (όπερ έδει πληρώσαι).

—Λευτέρης Ζούρος,
Ελευθεροτυπία, 18 Ιουλίου 2008

Ο Λευτέρης Ζούρος είναι oμότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

 
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ
cart
Το Καλάθι σας είναι άδειο.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ