Σημείωμα του εκδότη/επιμελητή

Σήμερα (Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019), στην Εφημερίδα των Συντακτών δημοσιεύθηκε η παρουσίαση/κριτική του βιβλίου Προσχέδιο του Νίκολας Α. Χρηστάκη από τον επαΐοντα περί την επιστήμη δημοσιογράφο της συγκεκριμένης εφημερίδας Σπύρο Μανουσέλη. Το γεγονός μας τιμά —όσο και οι συχνές-πυκνές παρουσιάσεις βιβλίων μας από άλλα έντυπα και ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Και το καλωσορίζουμε, καθώς ο κύριος Μανουσέλης παραθέτει τις δικές του κριτικές απόψεις έναντι των θέσεων του συγγραφέα, φαινόμενο όχι πολύ συχνό στα ελληνικά έντυπα, τουλάχιστον για βιβλία επιστήμης.

Δυστυχώς, ο καθηγητής Χρηστάκης δεν διαβάζει την Εφημερίδα των Συντακτών —δεν διαβάζει καθόλου Ελληνικά— και φοβάμαι ότι χάνουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια άκρως ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση σχετικά με ένα σοβαρό διεπιστημονικό θέμα. Εγώ, ως υπογράφων το παρόν σημείωμα, δεν δικαιούμαι να δώσω απαντήσεις εκ μέρους του συγγραφέα. Ωστόσο, έχω μερικά σχόλια (και απορίες), τα οποία επιθυμώ να διατυπώσω.

Τα μεστά ερωτήματα/αιτιάσεις του κυρίου Μανουσέλη (καθώς στο κείμενό του υπάρχουν επίσης πολλές αυθαίρετες και απαράδεκτες προσωπικές κρίσεις του) έχουν τεθεί επανειλημμένα από συναδέλφους του στις εξαιρετικές συνεντεύξεις που πήραν από τον καθηγητή ενόσω εκείνος βρισκόταν στην Αθήνα (από τις 13 έως τις 22 Οκτωβρίου). Ο καθηγητής έδωσε σαφείς απαντήσεις, τις οποίες εκείνοι δημοσίευσαν άμεσα στα έντυπα και στα σάιτ τους. Ομοίως, τέθηκαν από τους συνομιλητές του καθηγητή (δημοσιογράφους και έγκριτους έλληνες επιστήμονες) στις παρουσιάσεις του βιβλίου στην Αθήνα, στο Ηράκλειο και στη Θεσσαλονίκη. Τέθηκαν επίσης εύστοχα στη μακρά και εξαιρετική τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε ο ίδιος στην ΕΡΤ2. Και εδώ δόθηκαν σαφείς απαντήσεις από τον καθηγητή.

Θέλω να υποθέτω ότι ο κύριος Μανουσέλης, υπό την πίεση των πολλών υποχρεώσεών του στην εφημερίδα και της απαιτητικής αρθρογραφίας του, δεν πρόλαβε να τις διαβάσει. Εντούτοις, όλα τα παραπάνω δημοσιεύονται στο σάιτ των εκδόσεών μας (http://bit.ly/2Yw1uIy), οπότε μπορεί, έστω εκ των υστέρων —παρότι αδόκιμο για αρθρογραφία σε σοβαρό έντυπο—, να ενημερωθεί σχετικά.

Καθώς ο καθηγητής Χρηστάκης δεν είναι απλοϊκός ή αφελής [και το λέω όχι απλώς επειδή κατά την μακρά επικοινωνία μαζί του ή την επιμέλεια του βιβλίου του δεν αποκόμισα τέτοια εντύπωση, αλλά και επειδή ο κοινός νους μου δεν μπορεί να συλλάβει ότι αυτό ισχύει για κάποιον που έχει λαμπρή καριέρα ως καθηγητής και ερευνητής στο Harvard και στο Yale, με υπερεικοσιπενταμελή ερευνητική ομάδα υπό τη διεύθυνση και εποπτεία του, ο οποίος έχει δημοσιεύσει δεκάδες ερευνητικές εργασίες σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά κύρους (από Proceedings of the National Academy of Sciences και American Journal of Public Health μέχρι Nature, Social Science and Medicine, Molecular Psychiatry, κ.ά.), έχει δημοσιεύσει τρία ευπώλητα βιβλία για το ευρύ κοινό, προσκαλείται και δίνει διαλέξεις ανά την υφήλιο, και το έργο του έχει εκθειαστεί από δεκάδες επιφανείς συναδέλφους του σε διάφορα γνωστικά πεδία, αλλά και έχει αναγνωριστεί από το έγκριτο «Time» ως επιστήμονας με μεγάλη επιρροή στον πλανήτη], φρόντισε έγκαιρα να δώσει σχετικές απαντήσεις στο ίδιο το βιβλίο του. Η πιο αθώα εξήγησή μου είναι ότι ο κύριος Μανουσέλης δεν διάβασε όλο το βιβλίο επαρκώς προσεκτικά.

Πρέπει να σημειώσω ακόμη ότι στον κύριο Μανουσέλη προσφέρθηκε η δυνατότητα να πάρει συνέντευξη από τον καθηγητή Χρηστάκη, όπως επιτακτικά είχε ζητήσει, ή να συζητήσει μαζί του, είτε διά ζώσης είτε μέσω Skype είτε μέσω e-mail —δυνατότητα η οποία παραμένει και σήμερα εν ισχύι. Δεν το έπραξε ποτέ. Διαφορετικά, η ενημέρωσή του σίγουρα θα ήταν πληρέστερη. Επιπλέον, και εκ της θέσεώς του να ενημερώνει και της ιδιότητάς του να επηρεάζει τους αναγνώστες του, έπρεπε και μπορούσε να παρακολουθήσει μία από τις τρεις ομιλίες του καθηγητή και να του θέσει τις όποιες «αφοπλιστικές» ερωτήσεις του. Δεν το έπραξε. Και πάλι η ενημέρωσή του θα ήταν πληρέστερη.

Ωστόσο, ο κύριος Μανουσέλης, πλην των καλών στοιχείων του βιβλίου, με την ιδιαίτερα διεισδυτική ματιά του, ανακάλυψε —με αβάσταχτη ελαφρότητα και ανερμήνευτο μένος, όπως διακρίνω— την «ιδεοληπτική εμμονή» του συγγραφέα, την «ανελαστική και μη επιστημονικά τεκμηριωμένη» περιγραφή της ανθρώπινης κοινωνίας από μέρους του, τα «επιστημολογικά» του ολισθήματα, την «ψυχολογική» του μεροληψία και την ύποπτη «πολιτική επιλογή» του! Και συνεχίζει με τον «υποκριτικό αποτροπιασμό» του συγγραφέα «για τις καθημερινές ανθρωποκτονίες, σφαγές και γενοκτονίες» στην ανθρώπινη ιστορία, την «παράλειψη και σκόπιμη άρνησή του, πόσω μάλλον κατανόησή του» σχετικά με την τυφλή βία των καιρών μας! Και καταλήγει υπογραμμίζοντας το «σοβαρότερο επιστημονικό σφάλμα και κοινωνικοπολιτικό ατόπημα» του επιστήμονα συγγραφέα!

Νομίζω ότι μόνο ένας «γνησίως ρηξικέλευθος διανοητής» θα μπορούσε να διαβλέψει όλα αυτά στο Προσχέδιο. Ο συγκεκριμένος ανασκαλεύει πίσω από τις αράδες, αγνοεί την ολότητα των δεδομένων του ερευνητικού έργου του καθηγητή, και μηδενίζει τις επαινετικές κρίσεις δεκάδων εγνωσμένου κύρους καθηγητών μεγάλων πανεπιστημίων. Και έτσι αποκαλύπτεται —ευτυχώς— ο σκοτεινός ρόλος του καθηγητή, και τουλάχιστον εμείς οι Έλληνες σωζόμαστε από την παρ’ ολίγον πλάνη μας.

Θα ήθελα να σημειώσω ακόμη —προς αποφυγή κάθε παρανόησης— ότι σέβομαι και εύχομαι την καλόπιστη και τεκμηριωμένη κριτική των βιβλίων (όχι την απλή παράθεση μερικών προτάσεων από το οπισθόφυλλο). Και όχι μόνο από τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους αλλά και από τους αναγνώστες και, κυρίως, από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Όπως έγραψε και ο ποιητής μας Μανόλης Αναγνωστάκης, «Κρίνε για να κριθείς» —αλλά και τα δύο με σοβαρότητα και αυτογνωσία.

—Αλέξανδρος Μάμαλης, εκδότης



Η βιβλιοκριτική του Προσχεδίου

του Σπύρου Μανουσέλη

Κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο, πολύ καλά μεταφρασμένη και επιμελημένη, η ελληνική έκδοση του ενδιαφέροντος βιβλίου Προσχέδιο το οποίο δημοσιεύτηκε στα αγγλικά με τίτλο Blueprint μόλις τον Απρίλιο 2019, και σχεδόν αμέσως θεωρήθηκε διεθνώς ως ένα ενδιαφέρον βιβλίο υψηλής επιστημονικής εκλαΐκευσης.

Ο συγγραφέας του είναι ο ελληνικής καταγωγής κορυφαίος ερευνητής των ανθρώπινων κοινωνικών δικτύων Νίκολας Χρηστάκης (Ν. Α. Christakis), γνωστός στο ευρύ κοινό χάρη στο πολύ επιτυχημένο βιβλίο Συνδεδεμένοι, που έγραψε μαζί με τον Τζέιμς X. Φόουλερ, την ελληνική έκδοση του οποίου παρουσιάσαμε σε αυτές τις σελίδες (βλ. Μηχανές του Νου 9.9.2017).

Αφού επί σειρά ετών ο Ν. Χρηστάκης δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και έως το 2011 εργάστηκε ως νοσοκομειακός γιατρός σε υποβαθμισμένες κοινότητες του Σικάγου και της Βοστόνης, σήμερα είναι καθηγητής Κοινωνικής και Φυσικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Εκεί, όταν δεν διδάσκει σε πολυάριθμα πανεπιστημιακά τμήματα, διευθύνει το πρωτοποριακό «Εργαστήριο Ανθρώπινης Φύσης», μια εκλεκτή διεπιστημονική ομάδα που διερευνά ένα ευρύ φάσμα από ακανθώδη βιοανθρωπολογικά ερωτήματα, μεταξύ των οποίων τις εξελικτικές, γενετικές και φυσιολογικές βάσεις της φιλίας στον άνθρωπο και στα άλλα ζώα.

Διόλου περίεργο, λοιπόν, ότι το 2009 το περιοδικό Time συμπεριέλαβε τον Χρηστάκη στον κατάλογο των εκατό ανθρώπων με τη μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη, ενώ το 2009 και το 2010 το περιοδικό Foreign Policy τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των εκατό πλέον σημαινόντων στοχαστών στον κόσμο.

Το Προσχέδιο προέκυψε από τις πιο πρόσφατες επιστημονικές έρευνές του και τις πιο μύχιες φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές ιδέες του. Σε μια εποχή βαθύτατης πλανητικής κρίσης, αποφάσισε να τεκμηριώσει επιστημονικά μια αισιόδοξη προσέγγιση της ανθρώπινης περιπέτειας, αλλά και τη βαθύτατη πεποίθησή του ότι στη μακρά εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού, με τις εντυπωσιακές κοινωνικές - πνευματικές κατακτήσεις, ενυπάρχει και εκδηλώνεται η «έμφυτη τάση» του είδους μας να δημιουργεί… «καλές κοινωνίες».

Αυτή η έμφυτη, κατά τον συγγραφέα, τάση μας δεν είναι ένα επιφαινόμενο, αλλά αντίθετα η έκφραση της διαχρονικής και χαρακτηριστικής βιολογικής ικανότητας των ανθρώπων να ενώνουμε τις δυνάμεις μας και να συνεργαζόμαστε για να δημιουργούμε ολοένα και πιο περίπλοκες εύρυθμες κοινωνίες. Μια κάθε άλλο παρά πρωτότυπη ή καινοφανής άποψη, την οποία, ωστόσο, ο συγγραφέας επιχειρεί να τη θεμελιώσει σε όσα γνωρίζουμε σχετικά με την κοινή βιολογική εξέλιξη αυτής της διαχρονικής και πανταχού παρούσας «κοινωνικής ακολουθίας» του ανθρώπινου είδους.

Παραβλέποντας τις ρίζες του… κακού

Στις σελίδες αυτού του προκλητικού βιβλίου, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η «κοινωνική ακολουθία» προέκυψε από την εξέλιξη του είδους μας, η οποία «δεν έχει διαμορφώσει μόνο το σώμα και τον νου μας, αλλά και την κοινωνία μας», όπως χαρακτηριστικά γράφει (βλ. ελλ. εκδ. σελ. 393).

Συνεπώς, σύμφωνα με τον Χρηστάκη, η «κοινωνική ακολουθία» αποτελεί την εκδήλωση του ιδιαίτερου βιολογικού μας «προσχεδίου» που διαμορφώνεται εξελικτικά μέσω της φυσικής επιλογής και αποτυπώνεται στα γονίδιά μας, τα οποία μεταφέρουν τις γενετικές πληροφορίες για τα οκτώ πιο θετικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά: αγάπη, φιλία, δημιουργία κοινωνικών δικτύων, συνεργασία, αναγνώριση ατομικής ταυτότητας, προτίμηση προς την ενδοομάδα, κοινωνική μάθηση-διδασκαλία, ήπια ιεραρχία. Και επειδή αυτά τα χαρακτηριστικά είναι διαχρονικά και πανανθρώπινα, θα πρέπει, κατ’ ανάγκη, να είναι επιλεγμένα από τη φυσική επιλογή και κωδικευμένα στα γονίδιά μας.

Το δυστύχημα, όμως, με αυτήν την αναγωγιστική εικασία είναι ότι ουδείς γνωρίζει ποια συγκεκριμένα γονίδια ευθύνονται για αυτούς τους χαρακτήρες. Και επιπλέον, η φυσική επιλογή, δηλαδή ο βασικός μηχανισμός της εξέλιξης όλων των έμβιων όντων, δεν είναι ποτέ τελεολογική στις επιλογές της: ποτέ δεν σχεδιάζει τίποτα για το μέλλον! Γνωρίζοντας πολύ καλά αυτά τα δύο αναμφισβήτητα γεγονότα, ο συγγραφέας κάνει λόγο για «προσχέδιο» και όχι για εξελικτικό «σχέδιο» και —όπως επισημαίνει— «τα προσχέδια ποτέ δεν εφαρμόζονται πλήρως, ούτε ολοκληρώνονται. Παραμένουν ανοιχτά» (βλ. ελλ. εκδ. σελ. 41).

Μια σωστή θέση που, εντούτοις, θα λησμονήσει συστηματικά στις επόμενες σελίδες, για να προβάλει την ιδεοληπτική εμμονή του περί της ύπαρξης ενός βιολογικού προσχεδίου που προδιαγράφει τα όρια και τη δυναμική της κοινωνικής ακολουθίας. «Όταν βάζουμε ένα σύνολο ανθρώπων μαζί, εφόσον είναι ικανοί να σχηματίσουν μια κοινωνία, τότε η κοινωνία που θα δημιουργήσουν είναι, στον πυρήνα της, αρκετά προβλέψιμη. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν οποιαδήποτε κοινωνία θέλουν. Οι άνθρωποι έχουν την ελευθερία να δομήσουν μόνο ένα είδος κοινωνίας, και αυτό προέρχεται από ένα συγκεκριμένο σχέδιο», υποστηρίζει ρητά στο τέλος του δεύτερου κεφαλαίου (βλ. ελλ. εκδ. σελ. 81).

Πώς να εξηγήσει κανείς μια τόσο ανελαστική και κάθε άλλο παρά επιστημονικά τεκμηριωμένη περιγραφή της ανθρώπινης κοινωνικότητας, συνολικά; Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιστημολογική, ψυχολογική, αλλά και πολιτική επιλογή του Χρηστάκη να παραβλέπει τη σκοτεινή πλευρά του «προσχεδίου», δηλαδή την εξίσου, αν όχι περισσότερο υπαρκτή καταστροφική όψη της ανθρώπινης φύσης και συμπεριφοράς: την αδικαιολόγητη βία, τον ανορθολογικό εγωισμό, τον ρατσισμό, τις γενοκτονίες κ.ά.

Υπεραμυνόμενος της συνειδητής επιλογής του να προβάλλει μόνο τα θετικά γνωρίσματα της εξέλιξης του είδους μας, ο Χρηστάκης υποστηρίζει ότι, μέχρι τώρα, η φωτεινή πλευρά της ιστορίας μας δεν «χαίρει της προσοχής που της αξίζει» και ότι «η επιστημονική κοινότητα έχει επικεντρωθεί υπερβολικά στη σκοτεινή πλευρά της βιολογικής μας κληρονομιάς», παραβλέποντας έτσι τις αμέτρητες λαμπρές σελίδες που γράφτηκαν και γράφονται καθημερινά υπό το πρίσμα της αγάπης, της φιλίας της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης.

Παρά τον υποκριτικό αποτροπιασμό του για τις καθημερινές ανθρωποκτονίες, σφαγές και γενοκτονίες που «κοσμούν» την ανθρώπινη ιστορία, παραλείπει και αρνείται σκοπίμως να αναγνωρίσει —πόσω δε μάλλον να κατανοήσει— το γιατί η λεγόμενη «τυφλή βία» και ο παραλυτικός φόβος που αυτή συνεπάγεται αποτελούν τα σταθερά και δυσεξάλειπτα συστατικά της κοινωνικής μας ζωής. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, είναι το σοβαρότερο επιστημονικό σφάλμα και κοινωνικοπολιτικό ατόπημα του συγγραφέα του Προσχεδίου: αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί και άρα να εξηγήσει τις βιολογικές προϋποθέσεις και τα κοινωνικά αίτια της «απάνθρωπης» συμπεριφοράς μας.


Εφημερίδα των Συντακτών, 14 Δεκεμβρίου 2019