για το βιβλίο: Daniel Kahneman, Σκέψη, αργή και γρήγορη


Ο Κάνεμαν βραβεύτηκε με Νόμπελ των Οικονομικών Επιστημών το 2002. Η αιτιολογία για την απονομή του Νόμπελ στον Κάνεμαν ήταν “ότι ενσωμάτωσε στην οικονομική επιστήμη ιδέες από την ψυχολογική έρευνα, ιδίως όσον αφορά την ανθρώπινη κρίση και τη λήψη αποφάσεων υπό συνθήκες αβεβαιότητας —θεμελιώνοντας ένα καινούργιο πεδίο έρευνας”.

Η ιδέα ενός homo economicus που υποκινείται από ιδιοτέλεια και είναι ικανός για ορθολογική λήψη αποφάσεων αντιμετωπίζεται τώρα όλο και περισσότερο σαν ένα μοντέλο που δεν μπορεί να ερμηνεύσει τη λειτουργία της οικονομίας στην πράξη. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τρόπους που φαίνονται παράλογοι και η αδυναμία να το αναγνωρίσουμε μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνεία του πως λειτουργεί η οικονομία.

Ο Κάνεμαν αποτελεί κινητήρια δύναμη στον τομέα των συμπεριφορικών οικονομικών. Τα συμπεριφορικά οικονομικά επιδιώκουν να κατανοήσουν πώς οι άνθρωποι κάνουν οικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιλογές και παίρνουν αποφάσεις. Αναμειγνύοντας την οικονομική ανάλυση με τεχνικές από την ψυχολογία, εμβαθύνουμε στο πώς οι άνθρωποι παίρνουν τις οικονομικές αποφάσεις που επηρεάζουν τόσο τη δική τους ευημερία όσο και της οικονομίας ως συνόλου.

Στο κέντρο της συνεισφοράς του Κάνεμαν στην οικονομία βρίσκεται η ανάλυσή του για το πώς οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις και ειδικά οικονομικές αποφάσεις. Δεδομένου ότι αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας είναι το συλλογικό βάρος των αποφάσεων που παίρνουν καθημερινά εκατομμύρια άνθρωποι και επιχειρήσεις, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς ο καθένας παίρνει αυτές τις αποφάσεις —ιδιαίτερα όταν τα αποτελέσματα είναι αβέβαια, Το πρώτο βήμα σ’ αυτή την ανάλυση είναι να παραδεχτούμε ότι συχνά οι άνθρωποι συμπεριφέρονται παράλογα.

Υπάρχει μια διαίρεση στο εσωτερικό του ορθολογισμού: ανάμεσα σε ό,τι οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι είναι ορθολογική συμπεριφορά και σε ό,τι κάνουν πραγματικά. Με άλλα λόγια, υπάρχει χάσμα μεταξύ του πώς οι άνθρωποι σκέφτονται ότι θα έπρεπε να συμπεριφέρονται και του πώς συμπεριφέρονται στην πραγματική ζωή (αυτό που οι οικονομολόγοι και οι ψυχολόγοι αποκαλούν κανονιστική και θετική ανάλυση). Ψυχολόγοι όπως ο Κάνεμαν είδαν ότι τα παραδοσιακά μοντέλα της ορθολογικής λήψης αποφάσεων, με τα οποία γίνονται υποθέσεις για τη συμπεριφορά των ανθρώπων, δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως την ανθρώπινη φύση. Για παράδειγμα, δεν είναι σαφές γιατί ο homo economicus θα βοηθήσει έναν φίλο, θα νοιαστεί για άλλους ανθρώπους ή θα δώσει χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Μία από τις πρώτες ιδέες των Κάνεμαν και Τβέρσκυ ήταν ότι οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις είτε από διαίσθηση είτε με εκούσια σκέψη, που ονόμασαν Σύστημα 1 και Σύστημα 2 αντιστοίχως. Ο Κάνεμαν περιγράφει τις διαισθητικές αποφάσεις ως γρήγορες, αυτόματες και αβίαστες, που δημιουργούν εντυπώσεις για το τι συμβαίνει. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν νοητικές συντομεύσεις ακόμα κι όταν παίρνουν μεγάλες και σημαντικές οικονομικές αποφάσεις. Λογικές αποφάσεις παίρνουν πιο αργά και με τρόπο συνεχή, επίπονο και εσκεμμένα ελεγχόμενο.

Αν οι άνθρωποι τείνουν να παίρνουν πολλές αποφάσεις σε διαισθητική βάση, ποιες είναι άραγε οι διαδικασίες σκέψης που οδηγούν τα λεγόμενα λογικά άτομα να παίρνουν αποφάσεις που στο ψυχρό φως της ημέρας μπορούν να φανούν παράλογες;

Ο Κάνεμαν επικεντρώθηκε στις νοητικές συντομεύσεις που χρησιμοποιούμε όταν βρισκόμαστε μπροστά σε αβέβαιες και συχνά πολύπλοκες αποφάσεις, τις οποίες οι ψυχολόγοι αποκαλούν ευρετικές (από το ευρίσκω), ή αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εμπειρικούς κανόνες. Μολονότι συνήθως λειτουργούν, και οι άνθρωποι τις θεωρούν χρήσιμα εργαλεία, περιλαμβάνουν τη δημιουργία νοητικών συνδέσεων που δεν είναι λογικές και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά συστηματικά σφάλματα. Οι Κάνεμαν και Τβέρσκυ ονόμασαν τα σφάλματα που ακολουθούν “γνωστικές προκαταλήψεις”.

Σε μια δημοσίευσή τους το 1974, οι Κάνεμαν και Τβέρσκυ αναγνώρισαν τρεις ευρετικές:

Διαθεσιμότητα, όπου κάποιος αξιολογεί την πιθανότητα ενός γεγονότος από την ευκολία με την οποία του έρχονται στο μυαλό άλλα παρόμοια περιστατικά. Για παράδειγμα, ένας μεσήλικας με φίλους που έχουν υποστεί εμφράγματα θα υποθέσει ότι έχει υψηλότερο κίνδυνο εμφράγματος από άλλες απειλές σημαντικότερες από στατιστική άποψη.

Αντιπροσωπευτικότητα, όπου οι άνθρωποι ερευνούν αν δύο γεγονότα μοιάζουν για να αποφασίσουν αν υπάρχει σύνδεση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, όταν ακούν ότι κάποιος είναι φιλαναγνώστης, ντροπαλός και μοναχικός και ερωτηθούν αν θεωρούν πιθανότερο να είναι βιβλιοθηκάριος ή πωλητής σε κατάστημα, πολλοί θα επιλέξουν βιβλιοθηκάριος. Ενώ αυτό φαίνεται ενστικτωδώς σωστό (χρησιμοποιώντας το Σύστημα 1), μόνο όταν κάποιος θυμηθεί (χρησιμοποιώντας το Σύστημα 2) ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι εργαζόμενοι σε καταστήματα παρά βιβλιοθηκάριοι στον εργαζόμενο πληθυσμό, συνειδητοποιεί ότι οι πιθανότητες να είναι κάποιος βιβλιοθηκάριος είναι πολύ μικρές.

Αγκύρωση και προσαρμογή, όπου διαφορετικά σημεία εκκίνησης ή αναφορές οδηγούν σε διαφορετικές εκτιμήσεις. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι που διαπραγματεύονται μια αύξηση μισθού θα αρχίσουν, πιθανότατα, να διαπραγματεύονται την πρώτη προσφορά του εργοδότη τους αντί για τον στόχο τους.

Καθεμιά από αυτές τις ευρετικές οδηγεί σε μια σειρά νοητικών σφαλμάτων που προκύπτουν από κακή εφαρμογή των συντομεύσεων στη λήψη αποφάσεων.

Αυτό που έχουν από κοινού αυτά τα φαινόμενα με τα δύσκολα ονόματα είναι ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ομοιότητες ή συσχετισμούς παρά λογική επαγωγή για να καταλήξουν σε συμπεράσματα.

Η ευρετική της διαθεσιμότητας οδηγεί, με τη σειρά της, σε νοητικά σφάλματα σαν εκείνα που συσχετίζονται με τη δυνατότητα ανάκλησης, φαντασίας και ψευδαίσθησης. Γεγονότα που είναι εύκολο να θυμηθούμε ή που ξεπηδούν από το μυαλό —άρα μπορούν εύκολα να “ανακληθούν”— είναι πιθανότερο να χρησιμοποιηθούν από κάποιον που παίρνει μια σύντομη απόφαση παρά πληροφορίες τις οποίες θα έπρεπε να ψάξει. Ομοίως, γεγονότα που μπορεί να φανταστεί —όπως οι κίνδυνοι που συνδέονται με το να ταξιδεύεις με αεροπλάνο— θα βαρύνουν περισσότερο από άλλα που είναι δύσκολο να συλλάβει. Έτσι, μια βόμβα πάνω σ’ ένα αεροπλάνο —ένα ευτυχώς σπάνιο ενδεχόμενο— μπορεί να φανεί μεγαλύτερος κίνδυνος από τη βλάβη ενός μικροεπεξεργαστή σ’ έναν κινητήρα ή ένα ανθρώπινο σφάλμα.

Προκαταλήψεις που προκύπτουν από την ευρετική της αγκύρωσης περιλαμβάνουν το σφάλμα της ανεπαρκούς προσαρμογής που προέρχεται από την αδυναμία των ανθρώπων να εγκαταλείψουν τις πρώτες εντυπώσεις τους όταν νέες πληροφορίες φτάνουν αργά στη διαδικασία. Ο Κάνεμαν και ο Τβέρσκυ υπογράμμισαν την ευκολία με την οποία είναι δυνατόν να “αγκιστρώσεις” τη σκέψη των ανθρώπων.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 

Αυτές οι προκαταλήψεις και οι γνωστικές πλάνες επηρεάζουν το πώς οι άνθρωποι παίρνουν οικονομικές αποφάσεις. Όταν μεγάλος αριθμός ατόμων και επιχειρήσεων δρουν μέσω αυτών, μπορεί να επηρεάσουν την ευρύτερη οικονομία και την οικονομική σταθερότητα. Οι γνωστικές πλάνες είναι πολλές και μάλλον αυξάνονται. Θα δούμε λεπτομερέστερα μερικές που έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα τους οικονομολόγους που εξετάζουν πώς οι άνθρωποι παίρνουν οικονομικές αποφάσεις.

Η μία είναι η πλάνη της αισιοδοξίας. Από πλευράς συνεπειών στις αποφάσεις, η πλάνη της αισιοδοξίας ίσως είναι η σημαντικότερη γνωστική προκατάληψη. Οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι από μας βλέπουμε τον κόσμο ευνοϊκότερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα, τις δικές μας ικανότητες πιο πολύτιμες από όσο είναι πραγματικά και τους στόχους μας εφικτούς ενώ πιθανώς είναι ανέφικτοι. Έχουμε επίσης την τάση να υπερεκτιμούμε την ικανότητά μας να προβλέπουμε το μέλλον, πράγμα που ενισχύει την υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Υπάρχουν αρκετές ακόμα νοητικές πλάνες που δείχνουν ότι οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις με τρόπο που φανερώνει ότι δεν έχουν σταθερές προτιμήσεις, όπως λένε οι κλασικοί οικονομολόγοι, αλλά μπορούν να αλλάξουν σύμφωνα με το πώς αντιλαμβάνονται την επιλογή που ανοίγεται μπροστά τους (επειδή την έχουν επαναπροσδιορίσει). Να μερικές τέτοιες πλάνες:

Η εκ των υστέρων μεροληψία, που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αποδίδουν στις ικανότητές τους επιτυχίες που οφείλονται στην τύχη ή σε ευνοϊκή συγκυρία. Ένας χρηματιστής που εκτίναξε στα ύψη μια μετοχή θα πιστέψει ότι είναι ιδιοφυΐα, πράγμα που στη συνέχεια τροφοδοτεί την πλάνη της αισιοδοξίας.

Η πλάνη της επιβεβαίωσης ή η τάση να δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση σε ενδείξεις που ευνοούν τις απόψεις μας και να αγνοούμε τις υπόλοιπες. Ένας επενδυτής με αρνητική άποψη για μια εταιρεία θα έχει την τάση να διαβάζει και να θυμάται αρνητικές ειδήσεις και θα αγνοεί κάθε θετική εξέλιξη.

Η πλάνη του status quo —η τάση να κολλάμε σ’ αυτό που γνωρίζουμε, πράγμα που σημαίνει ότι υποτιμάμε την αξία των εναλλακτικών λύσεων κι όταν είμαστε βέβαιοι ότι είναι πολύ καλύτερες. Αυτό εξηγεί τον σχετικά μικρό αριθμό ανθρώπων που αλλάζουν τράπεζα ή εταιρεία παροχής ενέργειας παρά τις ενδείξεις ότι υπάρχουν φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις.

Ο Κάνεμαν και ο Τβέρσκυ υποστήριξαν ότι οι άνθρωποι κάνουν επιλογές ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας δύο σταδίων.

Πρώτα προσδιορίζουν τις επιλογές ως κέρδη ή ζημίες σε σχέση μ’ ένα σημείο αναφοράς, το οποίο συχνά μπορεί να είναι η τρέχουσα περιουσία του παίκτη —όχι το μηδέν.

Το δεύτερο στάδιο είναι η αξιολόγηση των προοπτικών για να εντοπίσουν εκείνη με τη μεγαλύτερη αξία. Αυτό περιλαμβάνει τόσο έναν υπολογισμό των μαθηματικών πιθανοτήτων όσο και μια υποκειμενική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, ειδικότερα σε σχέση με το σημείο αναφοράς. Οι δύο επιστήμονες κατέληξαν στο ότι ανησυχούμε περισσότερο μήπως υποστούμε απώλεια παρά για το να αποσπάσουμε κέρδος —αποδίδουμε περισσότερη αξία σ’ ένα σίγουρο κέρδος παρά σ’ ένα πιθανό (το φαινόμενο της σιγουριάς) και προτιμάμε μια πιθανή απώλεια από μια σίγουρη.

Ο Άνταμ Σμιθ είχε υπαινιχθεί αυτή την ιδέα της αποστροφής προς την απώλεια, όταν έλεγε: “Υποφέρουμε περισσότερο […] όταν πέφτουμε από μια καλύτερη σε μια χειρότερη κατάσταση από όσο χαιρόμαστε όταν ανεβαίνουμε από μια χειρότερη σε μια καλύτερη”. Ο Κάνεμαν είπε ότι οι άνθρωποι οδηγούνται εντονότερα στο να αποφεύγουν απώλειες παρά στο να επιτυγχάνουν κέρδη. Σημείο αναφοράς είναι ενίοτε το status quo, αλλά μπορεί να είναι και ένας μελλοντικός στόχος: η μη επίτευξη του στόχου είναι απώλεια, η υπέρβασή του είναι κέρδος.

Το νόημα είναι ότι οι υποθέσεις της ορθολογικής συμπεριφοράς που απλώς εξετάζουν τις πιθανότητες επιτυχίας ενός τυχερού παιχνιδιού χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική κατάσταση του παίκτη αγνοούν το αντίκτυπο που μπορεί να έχει η διατύπωση του στοιχήματος και το ότι η αποστροφή των ανθρώπων προς την απώλεια μπορεί να αλλοιώσει τον τρόπο που παίρνουν αποφάσεις.

Ο κίνδυνος της αποστροφής προς την απώλεια είναι ότι μας οδηγεί στο να προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε τα συναισθήματα απώλειας —ακόμα κι όταν αυτό δεν έχει νόημα από οικονομική άποψη. Η αποστροφή προς την απώλεια έχει σημαντική επίδραση στην αγορά κατοικίας, καθώς τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι συχνά οι άνθρωποι δεν θέλουν να πουλήσουν το σπίτι τους λιγότερο από όσο το αγόρασαν. Το σημείο αναφοράς τους είναι αυτό που πλήρωσαν στο παρελθόν και όχι η τρέχουσα αξία του, η οποία μπορεί να πέσει ακόμα περισσότερο στο μέλλον.

Το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται από το αποτέλεσμα κληροδοτήματος, μια προκατάληψη που κάνει τους ανθρώπους να δίνουν μεγαλύτερη αξία σε κάτι που έχουν τώρα στην κατοχή τους σε σύγκριση μ’ εκείνη που είχε προτού το αποκτήσουν. Με άλλα λόγια, εκτιμούν πράγματα μόνο και μόνο επειδή τα κατέχουν.

Η έρευνα που διεξήγαγε ο Κάνεμαν με διάφορους συνεργάτες, και ειδικά με τον Τβέρσκυ, αμφισβήτησε το παραδοσιακό μοντέλο της ορθολογικής επιλογής στο οποίο βασιζόταν η σκέψη από την εποχή του Άνταμ Σμιθ. Διεξάγοντας πολλά και επαναλαμβανόμενα πειράματα με κανονικούς ανθρώπους που έπαιρναν αποφάσεις σε εργαστηριακό περιβάλλον, κατάφερε να δείξει πώς οι ευρετικές και οι προκαταλήψεις αποκαλύπτουν θεμελιώδεις αδυναμίες της ορθολογικής θεωρίας και εξηγούν το πώς οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις. Έτσι, κατόρθωσε —εξού και το Νόμπελ— να θέσει τα θεμέλια ενός νέου ερευνητικού πεδίου.

Ο Κάνεμαν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ως ο πατέρας των συμπεριφορικών οικονομικών, που αποτελούν πλέον ένα αυτόνομο πεδίο.

Ο Κάνεμαν λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στις πρώτες ιδέες που διατύπωσε εδώ και διακόσια πενήντα χρόνια ο Άνταμ Σμιθ και στο σήμερα. Ενώ ο Σμιθ είναι περισσότερο γνωστός για το δόγμα της πεφωτισμένης ιδιοτέλειας, ξεχνάμε ότι στα πρώτα γραπτά του αναγνώρισε τη “συμπάθεια” που τρέφουν οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον και την επιθυμία τους να “αποδίδουν την ευτυχία τους” ο ένας στον άλλον. Ο Κάνεμαν μαζί με τον Τβέρσκυ, τον Θέιλερ και άλλους πρόσθεσε πολλά επίπεδα κατανόησης του τι κάνουν πραγματικά οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις όταν νομίζουν ότι παίρνουν ορθολογικές αποφάσεις.

Αλλά η πρόκληση για τους μαθητές και τους διαδόχους του είναι να δείξουν ότι τα συμπεριφορικά οικονομικά μπορούν να προσφέρουν μια περιεκτική θεωρία για το πως να διευθύνουμε μια οικονομία και όχι μόνο να δείχνουν που υστερεί η θεωρία των ορθολογικών προσδοκιών και της ορθολογικής συμπεριφοράς.


Lectures Bureau
, 10 Μαρτίου 2018