του Σπύρου Μανουσέλη

για το βιβλίο: Dale Purves, Η μουσική ως βιολογία

Πώς καταφέρνει η μουσική τέχνη να επηρεάζει τον εγκέφαλό μας, και μέσω αυτού την ψυχική μας διάθεση; Από πού προέρχεται η «μαγική» δύναμη της μουσικής να μας αναστατώνει βαθύτατα και να μας προκαλεί τις πιο έντονες συγκινήσεις και τα πιο αντιφατικά συναισθήματα χαράς-λύπης, αισιοδοξίας-θλίψης;

Μάταια θα αναζητούσε κανείς απλές και προφανείς απαντήσεις σε αυτά τα δυσαπάντητα ερωτήματα, που βασανίζουν την ανθρώπινη σκέψη σχεδόν από τη γέννησή της.

Αφορμή για το σημερινό άρθρο είναι η μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου «Η μουσική ως βιολογία», που υπογράφει ο Ντέιλ Πέρβις, ένας από τους κορυφαίους ερευνητές των βιολογικών προϋποθέσεων και της νευροαισθητικής της μουσικής, από τις Εκδόσεις Κάτοπτρο.

Πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο στο οποίο τεκμηριώνονται επιστημονικά και με πλήθος εμπειρικών δεδομένων όχι μόνο η κοινή βιολογική λειτουργία και άρα η κοινή εξελικτική προέλευση κάθε μουσικής έκφρασης του ανθρώπινου είδους, αλλά και ο πανανθρώπινος επικοινωνιακά χαρακτήρας της γλώσσας της μουσικής.

Mε ποιο μέρος του σώματός μας απολαμβάνουμε ένα έργο τέχνης; Άραγε, «βλέπουμε» με τα μάτια μας έναν πίνακα ζωγραφικής και «ακούμε» με τα αυτιά μας ένα μουσικό έργο; Η απάντηση είναι όχι. Τόσο το οπτικό όσο και το ακουστικό μας σύστημα δεν διαθέτουν, από μόνα τους, τις απαραίτητες δομές για να ερμηνεύουν ή να απολαμβάνουν ένα έργο τέχνης.

Μήπως, λοιπόν, έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να προσφύγουμε στην ιδέα της «άυλης ψυχής» προκειμένου να εξηγήσουμε τη φύση και τη λειτουργία της αιθέριας αισθητικής απόλαυσης που γεννά μέσα μας (αλήθεια, πού ακριβώς;) ένα έργο τέχνης;

Δυστυχώς, ούτε αυτή η απάντηση θεωρείται πλέον αποδεκτή. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: η εξ ορισμού ασώματη ψυχή δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τίποτα —πόσο δε μάλλον να εννοήσει ή να απολαύσει!— χωρίς τα αισθητήρια όργανα του σώματος και τα ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα επεξεργασίας των αισθητικών πληροφοριών.

Κάποια έξοδο από αυτό το μεταφυσικό αδιέξοδο μας προσφέρει, τα τελευταία χρόνια, η Νευροαισθητική, ο νεόκοπος αλλά παραγωγικότατος διεπιστημονικός κλάδος που επιχειρεί, προγραμματικά, να κατανοήσει τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν τη δημιουργία και την απόλαυση κάθε ανθρώπινου έργου τέχνης, καθώς και το πώς η ίδια η εμπειρία της τέχνης, δηλαδή η αισθητική εμπειρία, τροποποιεί τις ανθρώπινες εγκεφαλικές δομές.

Η «μαγεία» της μουσικής

Γιατί όμως η μουσική ασκεί τέτοια βαθιά επιρροή στον ανθρώπινο νου και πώς συνδέεται η ανθρώπινη μουσική με τη δήθεν προαιώνια συμπαντική μουσική που υποτίθεται ότι εκφράζεται στην αρμονία των ουράνιων σφαιρών;

Αυτά ήταν τα δύο αινιγματικά ερωτήματα που έθεσε πρώτος ρητά και επιχείρησε να διερευνήσει ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, μέγας φυσικός φιλόσοφος, μαθηματικός και σκοτεινός μύστης των προαιώνιων κοσμικών μυστηρίων.

Πριν από περίπου 2.600 χρόνια, αυτός ο προσωκρατικός φιλόσοφος υποστήριξε ότι πίσω από την αρμονία της επίγειας μουσικής κρύβεται η βαθύτερη κοσμική-μαθηματική αρμονία και ότι η δυνατότητα της μουσικής αρμονίας να κάνει την ανθρώπινη ψυχή να αγαλλιάζει οφείλεται ακριβώς στην ικανότητα των μουσικά πεπαιδευμένων ψυχών να συναισθάνονται τη βαθύτερη κοσμική αρμονία των αριθμών που ενυπάρχει στη μουσική του Σύμπαντος.

Δυστυχώς, από αυτήν τη μυστικιστική θεωρία μόνο ελάχιστα και πολύ αμφίβολα πράγματα γνωρίζουμε σήμερα, κι αυτό χάρη στο γεγονός ότι κάποιοι ανυπάκουοι μαθητές του Πυθαγόρα παραβίασαν την αρχή της «εχεμύθειας» που ο δάσκαλος τους είχε επιβάλει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανυπάκουου μαθητή-μύστη είναι ο Πλάτωνας, ο οποίος στο έργο του «Πολιτεία» υποστήριζε ότι «η μουσική δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στη σκέψη...», ενώ στο Ζ΄ βιβλίο των «Νόμων», ορίζει ότι η εκπαίδευση των νέων οφείλει να περιλαμβάνει τη γυμναστική για την καλή σωματική τους ανάπτυξη και τη μουσική για την ψυχική καλλιέργειά τους.

Άποψη που συμμερίζεται και ο πιο ετερόδοξος μαθητής του, ο Αριστοτέλης, ο οποίος στο έργο του «Πολιτικά» αφιερώνει πολλές σελίδες στην ψυχοδιαπλαστική και ηθικοπλαστική σημασία της μουσικής εκπαίδευσης.

Από την αρχαιότητα λοιπόν η σύνθεση, η εκτέλεση και η απόλαυση της μουσικής θεωρούνταν αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπινου είδους, έκφραση των ιδιαίτερων ψυχικών-πνευματικών προδιαγραφών του. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι πολύ πρόσφατα, παρέμενε ανεξήγητη η «μαγική» δύναμη της μουσικής να μας επηρεάζει και να μας αναστατώνει βαθύτατα, προκαλώντας μας τα πιο αντιφατικά συναισθήματα: από την υπέρμετρη χαρά-αισιοδοξία έως την πιο αβάσταχτη απαισιοδοξία και θλίψη.

Πράγματι, μολονότι εδώ και αιώνες υποψιαζόμαστε ότι η «μαγεία» της μουσικής σχετίζεται με τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου, μόνο τις τελευταίες δεκαετίες η επιστήμη άρχισε να διερευνά το πώς η μουσική γίνεται αντιληπτή από τον εγκέφαλό μας και πώς μέσω αυτού μπορεί να επηρεάζει την ψυχική μας διάθεση συνολικά.

Διόλου περίεργο, λοιπόν, που όλο και περισσότεροι σύγχρονοι στοχαστές —επιφανείς καλλιτέχνες, φιλόσοφοι αλλά και διαπρεπείς επιστήμονες— αναδεικνύουν με το έργο τους τα αδιέξοδα της δυϊστικής αντίληψης που διαχωρίζει αυθαίρετα την Τέχνη από την Επιστήμη και αμφισβητούν στην πράξη τις κοντόφθαλμες συντεχνιακές πρακτικές που αυτός ο διαχωρισμός συνεπάγεται.

Ωραία ακούγονται όλα αυτά, αλλά ποιες είναι και πού ακριβώς εντοπίζονται οι κοινές βιολογικές και οι ιδιαίτερες νευροψυχολογικές προϋποθέσεις της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας; Σε τέτοια ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η Νευροαισθητική, ένα νέο διεπιστημονικό πεδίο έρευνας, που επιχειρεί, προγραμματικά, να κατανοήσει τις νευροβιολογικές προϋποθέσεις της ιδιαίτερης ανθρώπινης αισθητικής εμπειρίας και καλλιτεχνικής πρακτικής.

Σύμφωνα με τη Νευροαισθητική, τόσο η καλλιτεχνική δημιουργία όσο και η αισθητική απόλαυση που βιώνουμε όταν θαυμάζουμε ένα έργο τέχνης καθορίζονται ή, τουλάχιστον, επηρεάζονται από τη βασική οργάνωση του εγκεφάλου μας: από την οργάνωση του οπτικού φλοιού, όταν πρόκειται για έργο των οπτικών τεχνών, από την οργάνωση του ακουστικού φλοιού, όταν πρόκειται για μουσικό έργο!

Ειδικότερα για την ανάγκη του είδους μας για μουσική, οι νευροαισθητικοί και οι ανθρωπολόγοι υποστηρίζουν ότι είναι καθολική, διαχρονική και πανανθρώπινη, ώστε εύλογα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι είναι «έμφυτη» στην ανθρώπινη φύση.

Μάλιστα, για να περιγράψει τη μοναδική σχέση των ανθρώπων με τη μουσική, ο διαπρεπής νευρολόγος Όλιβερ Σακς εισήγαγε τον όρο «μουσικοφιλία», την οποία περιγράφει ως εκδήλωση των νευροεγκεφαλικών προδιαγραφών του ανθρώπινου είδους. Στο ομότιτλο βιβλίο του «Μουσικοφιλία» (Έκδόσεις Άγρα), ο άνθρωπος περιγράφεται ως το μόνο πραγματικά «φιλόμουσο ζωικό είδος» πάνω στη Γη.

Πράγματι, απ’ ό,τι γνωρίζουμε, μόνο εμείς οι άνθρωποι έχουμε τη βιολογική πολυτέλεια να δημιουργούμε, να αναπαράγουμε και να απολαμβάνουμε τη μουσική. Για ποιον λόγο, όμως, η βιολογική μας εξέλιξη ευνόησε την ανάδυση τέτοιων δήθεν «αιθέριων» και φαινομενικά «άχρηστων» για την επιβίωσή μας φιλόμουσων συμπεριφορών;

Αυτό το βασανιστικό ερώτημα είχε προβληματίσει σοβαρά και τον Κάρολο Δαρβίνο, τον πατέρα της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας, ο οποίος το 1871 έγραφε στο βιβλίο του «Η καταγωγή του ανθρώπου»: «Δεδομένου ότι ούτε η απόλαυση ούτε η ικανότητα παραγωγής της μουσικής είναι χρήσιμες έστω και στο παραμικρό για τον άνθρωπο [... ] πρέπει να καταχωριστούν μεταξύ των πλέον μυστηριωδών από τις δεξιότητες με τις οποίες είναι προικισμένος».

Η εμφανής αδυναμία της εξελικτικής θεωρίας αλλά και ευρύτερα της βιολογικής σκέψης της βικτοριανής εποχής να εξηγήσουν τη λειτουργία της μουσικής και τη σημασία της για την επιβίωση του είδους μας θα οδηγήσει, κατά τα τέλη του 20ού αιώνα, στις σύγχρονες αναζητήσεις των επιστημών του εγκεφάλου (νευροεπιστήμες, γνωσιακή ψυχολογία, κ.ά.), οι οποίες —χωρίς να το έχουν θέσει εξαρχής ως στόχο— κατάφεραν τελικά στις μέρες μας να διαφωτίσουν τις νευροψυχολογικές προϋποθέσεις για την απόλαυση της μουσικής.

Η Νευροαισθητική των μουσικών απολαύσεων

Οι πρώτες σαφείς ενδείξεις σχετικά με την πρόσληψη, την επεξεργασία και την απόλαυση της μουσικής από τον ανθρώπινο εγκέφαλο προήλθαν από τη νευρολογική έρευνα των δυσλειτουργιών ή παθήσεων που εμφανίζονται κατά την εκτέλεση αυτών των τριών βασικών «πράξεων» κάθε μουσικής εμπειρίας. Δυσλειτουργίες που οφείλονται σε παθολογίες νευροεκφυλιστικές ασθένειες, οι οποίες ενίοτε εκδηλώνονται ως «ολική αμουσία», όπου η μουσική μετατρέπεται σε βασανιστικό θόρυβο.

Πιο πρόσφατα, μέσω των νέων τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου —μαγνητική και λειτουργική τομογραφία— έγινε εφικτός ο ακριβής ανατομικός εντοπισμός των εγκεφαλικών υποσυστημάτων που, όταν πλήττονται από νευρολογικές παθήσεις, προκαλούν σοβαρές αλλοιώσεις της μουσικής εμπειρίας.

Έτσι έγινε σαφές ότι πίσω από κάθε μουσική εμπειρία μας κρύβεται πάντα κάποιο εγκεφαλικό κύκλωμα που αναλαμβάνει τη λεπτομερή ανάλυση-επεξεργασία αλλά και τη δημιουργική επανασύνθεση κάθε ηχητικού σήματος που φτάνει από τα αυτιά στον εγκέφαλό μας.

Τα επιμέρους δομικά στοιχεία κάθε μουσικής εμπειρίας είναι το τονικό ύψος, ο ρυθμός, η αλληλουχία και οι συνδυασμοί των μουσικών φθόγγων, δηλαδή η μελωδία και η αρμονία τους. Και όπως προκύπτει από όλες τις μέχρι σήμερα έρευνες, αυτά τα επιμέρους δομικά στοιχεία δεν τα επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας σε ένα ενιαίο και μοναδικό «κέντρο για τη μουσική».

Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: στον εγκέφαλό μας υπάρχουν πολλά, τουλάχιστον 15, συστήματα για την επεξεργασία της μουσικής, τα οποία είναι διάσπαρτα κατανεμημένα στα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια (κυρίως πάνω στον άνω βρεγματικό και στον κογχομετωπιαίο φλοιό), στην παρεγκεφαλίδα και σε υποφλοιώδεις δομές, όπως π.χ. η αμυγδαλή.

Όσο για την ενιαία και πολύ προσωπική εμπειρία ενός μουσικού έργου, αυτή προκύπτει από τη σχεδόν ταυτόχρονη ενεργοποίηση όλων αυτών των ημιαυτόνομων (ανατομικά) αλλά και στενότατα συνδεδεμένων (λειτουργικά) εγκεφαλικών συστημάτων.

Ένα άλλο ενδιαφέρον συμπέρασμα από αυτές τις έρευνες είναι ότι οι αισθητικές εμπειρίες μας —οπτικές, ακουστικές, κινητικές— δεν αντιστοιχούν ούτε και αναπαριστούν παθητικά τα αντίστοιχα εξωγενή ερεθίσματα.

Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο κορυφαίος νευροεπιστήμονας Ντέιλ Πέρβις: «Είναι μάλλον δύσκολο να αποδεχτεί κανείς ότι τα αντικείμενα και οι συνθήκες του περιβάλλοντος δεν μπορούν να παρέχουν πληροφορίες για τον φυσικό κόσμο [...] παρά τη βαθιά πεποίθησή μας ότι ο κόσμος που βιώνουμε μέσω των αισθήσεών μας αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα, αυτό δεν ισχύει».

Το βιβλίο

Ο Πέρβις αναζητά, εδώ και πολλά χρόνια, τις πιο έγκυρες επιστημονικά απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: Γιατί οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο βρίσκουν ορισμένους συνδυασμούς μουσικών φθόγγων σύμφωνους και άλλους διάφωνους; Γιατί συνθέτουν μουσική χρησιμοποιώντας λίγες μόνο κλίμακες από τα δισεκατομμύρια των δυνατών κλιμάκων; Γιατί διαφορετικά συγκροτημένες μουσικές κλίμακες γεννούν διαφορετικά συναισθήματα και γιατί αυτές οι κλίμακες περιλαμβάνουν τόσο λίγες νότες;

Στο βιβλίο του, ο Πέρβις υποστηρίζει την αντισυμβατική άποψη ότι μόνο η βιολογία του ανθρώπινου είδους μπορεί να μας προσφέρει κάποιες έγκυρες απαντήσεις στα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα από την παραδοσιακή θεωρία της μουσικής.

Οι φωνήσεις των ανθρώπων αλλά και των ζώων αποτελούνται από τονικούς ήχους —δηλαδή από περιοδικές μεταβολές της πίεσης του αέρα που φτάνει στο αυτί— που, όταν συνδυάζονται κατάλληλα, μπορούν να ακουστούν ως μελωδίες και αρμονίες.

Κατά τη βιολογική μας εξέλιξη, υποστηρίζει ο συγγραφέας, η φυσική επιλογή προίκισε το ανθρώπινο είδος με ορισμένη τονική αίσθηση, λόγω των εμφανών συμπεριφορικών πλεονεκτημάτων που του προσφέρουν η αναγνώριση των ανθρώπινων φωνών και η εκτίμηση της αξίας τους. Συνεπώς, οι θετικές ή αρνητικές αντιδράσεις μας σε διάφορους συνδυασμούς φθόγγων μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητές υπό το πρίσμα της συνεισφοράς τους στη βιολογική μας επιβίωση, τόσο στη διάρκεια της ατομικής μας ζωής όσο και στο βάθος του εξελικτικού χρόνου.

Επιπλέον, με πλήθος επιχειρημάτων δείχνει ότι στη μουσική, ως θεμελιώδη βιολογική έκφραση, οι μείζονες και οι ελάσσονες μουσικές κλίμακες ακούγονται αντιστοίχως ως χαρούμενες ή ως θλιμμένες επειδή μιμούνται τη ζωηρή και την ήπια ομιλία των ανθρώπων που συνοδεύει τη χαρούμενη ή τη θλιμμένη διάθεσή τους, καθώς και ότι τα χαρακτηριστικά της ομιλίας ενός λαού επηρεάζουν τα τονικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μουσικής του.

Εφημερίδα των Συντακτών, 9 Φεβρουαρίου 2019